Σε τροχιά δυναμικών κινητοποιήσεων εισέρχεται η εκπαιδευτική κοινότητα της Άρτας, με αφορμή την προώθηση κυβερνητικής διάταξης που σφραγίζει την οριστική κατάργηση όλων των Σχολικών Επιτροπών έως την 1η Αυγούστου 2026. Ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας εκπέμπει σήμα κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη επιλογή του Υπουργείου Εσωτερικών δεν αποτελεί διοικητικό εκσυγχρονισμό, αλλά μια συνειδητή πολιτική απαξίωσης που οδηγεί τις σχολικές μονάδες σε λειτουργική παράλυση και οικονομική ασφυξία. Η μετάβαση των αρμοδιοτήτων απευθείας στους δήμους, χωρίς την παράλληλη ενίσχυση σε προσωπικό και πόρους, έχει ήδη προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην περιοχή, καθώς οι υποστελεχωμένες δημοτικές υπηρεσίες αδυνατούν να ανταποκριθούν έγκαιρα σε κρίσιμες ανάγκες, όπως η θέρμανση, οι αποκαταστάσεις βλαβών και τα υγειονομικά ζητήματα.
Η εμπειρία από την εφαρμογή του μέτρου στους δήμους της Άρτας που επηρεάστηκαν πρώτοι περιγράφεται ως αποκαλυπτική, με το σύστημα της πάγιας προκαταβολής να αποδεικνύεται στην πράξη δυσκίνητο και γραφειοκρατικό. Σύμφωνα με τους εκπαιδευτικούς, οι διευθυντές των σχολείων μετατρέπονται αναγκαστικά σε λογιστές και διαχειριστές, χάνοντας την απαραίτητη ευελιξία για την άμεση επίλυση των καθημερινών προβλημάτων των μαθητών. Η έλλειψη επαρκούς κρατικής χρηματοδότησης δημιουργεί μια επικίνδυνη στροφή προς την αναζήτηση ιδιωτικών χορηγιών και την οικονομική επιβάρυνση των γονέων, εξέλιξη που ο Σύλλογος καταγγέλλει ως προσπάθεια κατηγοριοποίησης και «αυτονόμησης» του δημόσιου σχολείου από τη σταθερή κρατική στήριξη.
Στο διεκδικητικό πλαίσιο που θέτει το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, κυριαρχεί το αίτημα για άμεση απόσυρση της επίμαχης διάταξης και επανίδρυση των σχολικών επιτροπών με ενισχυμένο θεσμικό ρόλο. Οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί της Άρτας απαιτούν γενναία αύξηση των κονδυλίων που προορίζονται για την παιδεία, διαγραφή των χρεών των σχολείων προς τους παρόχους ενέργειας και ύδρευσης, καθώς και τη στελέχωση των δήμων με μόνιμο τεχνικό προσωπικό για τη συντήρηση των υποδομών. Η θέση της εκπαιδευτικής κοινότητας είναι σαφής: το δημόσιο σχολείο οφείλει να παραμείνει δωρεάν, ασφαλές και σύγχρονο, μακριά από ιδιωτικές εξαρτήσεις και επιχειρηματικά μοντέλα λειτουργίας που υποβαθμίζουν τα μορφωτικά δικαιώματα της νέας γενιάς.

