Σε καθεστώς απόλυτης ασυδοσίας έχει περιέλθει η πόλη της Άρτας, με τους κατοίκους και τους επαγγελματίες να βιώνουν μια καθημερινότητα που θυμίζει περισσότερο «νόμο της ζούγκλας» παρά ευνομούμενη πολιτεία. Η παραβατικότητα με τους Ρομά έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, με κλοπές, ληστείες και εκφοβιστικές συμπεριφορές να σημειώνονται μέρα μεσημέρι στην καρδιά της πόλης. Οι πολίτες παρακολουθούν έντρομοι τους δράστες να δρουν με πρωτοφανή αυθάδεια, δείχνοντας ότι η παρουσία των αρχών είναι ανεπαρκής και δεν ασκεί ουσιαστική αποτρεπτική δράση.
Η αίσθηση ατιμωρησίας έχει αποθρασύνει πλήρως τους παραβατικούς Ρομά, οι οποίοι στοχοποιούν συστηματικά ευάλωτους πολίτες και ηλικιωμένους, ενώ οι επιχειρηματίες βλέπουν τον βίο τους να γίνεται έρμαιο σε επιθέσεις και κλοπές. Οι συλλήψεις που ανακοινώνονται περιορίζονται σε επαναλαμβανόμενους δράστες, χωρίς όμως να αλλάζει η γενική εικόνα, επιβεβαιώνοντας την πλήρη αποτυχία του συστήματος.
Η αγανάκτηση των πολιτών στρέφεται και κατά των ελεγκτικών μηχανισμών. Η αστυνόμευση χαρακτηρίζεται ανύπαρκτη, ενώ η η Δημοτική Αστυνομία έχει καταντήσει το πιο σύντομο ανέκδοτο της περιοχής, λειτουργώντας αποκλειστικά ως διακοσμητικό στοιχείο «στα χαρτιά», χωρίς ουσιαστική παρουσία στους δρόμους. Οι γραφειοκρατικοί έλεγχοι δεν προσφέρουν καμία αίσθηση ασφάλειας, αφήνοντας τους Αρτινούς εκτεθειμένους στη βία και την παραβατικότητα.
Το αίσθημα της εγκατάλειψης εντείνεται, καθώς οι κάτοικοι βλέπουν την ποιότητα ζωής τους να υποβαθμίζεται και τις περιουσίες τους να γίνονται στόχος, την ώρα που το αίτημα για επαρκή στελέχωση των αστυνομικών δυνάμεων και συστηματική επιτήρηση των σημείων όπου δρουν οι ομάδες Ρομά παραμένει αναπάντητο, αφήνοντας την Άρτα ανοχύρωτη απέναντι στην παρανομία.
Χωρίς ξεκάθαρο μήνυμα ότι η ασυδοσία τελειώνει, η Άρτα κινδυνεύει να παραμείνει όμηρος του φόβου και της εγκληματικότητας.

