Η σεισμικά ευαίσθητη περιοχή της Ηπείρου επέστρεψε στο επίκεντρο της επικαιρότητας μετά τον νέο σεισμό 4,1 Ρίχτερ που σημειώθηκε το μεσημέρι στη Λεπτοκαρυά Θεσπρωτίας, σε μια περιοχή που αποτελεί φυσικό σύνορο μεταξύ Άρτας και Ιωαννίνων. Η δόνηση, καταγεγραμμένη στις 12:37, ήρθε ως επιβεβαίωση της ανησυχίας που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή κατά τις τελευταίες ημέρες, με μια αδιάκοπη σειρά μικρότερων σεισμών να συνθέτει ένα εκτεταμένο σεισμικό σκηνικό.
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας, προχώρησε σε εκτενή ανάλυση της κατάστασης μέσω ERTnews, αποδυναμώνοντας με επιχειρήματα τυχόν καταστροφολογικές εκτιμήσεις. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η δόνηση δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, αλλά αναμενόμενη συνέχεια της σεισμικής ακολουθίας που άρχισε να εκδηλώνεται από την περασμένη εβδομάδα. «Είναι μια μακρόσυρτη διαδικασία σεισμικότητας που εκφράζεται με μικρούς σεισμούς. Δεν πάμε σε μεγάλους σεισμούς», τόνισε με κατηγορηματικό τρόπο.
Η ειδική βαρύτητα του μηνύματος για τους κατοίκους της Άρτας και της ευρύτερης περιοχής είναι ότι τα ιστορικά δεδομένα της σεισμικότητας στα Ιωάννινα και τη Θεσπρωτία επιβεβαιώνουν αυτή ακριβώς την εικόνα: παρατεταμένη δραστηριότητα, μικρού μεγέθους, χωρίς εξελικτική τάση προς σεισμό καταστρεπτικής ισχύος. Ιδιαίτερα διδακτικό είναι και το παράδειγμα του σεισμού στο Καλπάκι, του οποίου η μετασεισμική ακολουθία κράτησε περίπου τρεις μήνες.
Ανοιχτό παραμένει το ζήτημα της λειτουργίας των σχολείων, για το οποίο ο κ. Λέκκας έκανε λόγο για ανάγκη εκτίμησης από την αρμόδια επιτροπή κινδύνου, η οποία και θα αποφανθεί με επίσημη εισήγηση. Το αίτημα των κατοίκων για σαφή ενημέρωση παραμένει ζωντανό, και οι αρχές φαίνεται να το λαμβάνουν υπόψη.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας ελεγχόμενης αλλά χρονικά απροσδιόριστης σεισμικής δραστηριότητας, που δοκιμάζει την υπομονή — αλλά όχι την ασφάλεια — των κατοίκων της Ηπείρου.

