
Οι τέσσερις επιχειρηματίες θα πρέπει να καθίσουν στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας στις 11 Δεκεμβρίου 2026.
Λιγότερο από έναν μήνα μετά την καθαρογραφή της ιστορικής απόφασης για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, προσδιορίστηκε η δίκη σε δεύτερο βαθμό των τεσσάρων κατηγορουμένων, αντιμετωπίζοντας πλέον τον κίνδυνο να οδηγηθούν στη φυλακή.
Οι τέσσερις επιχειρηματίες θα πρέπει να καθίσουν στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας στις 11 Δεκεμβρίου 2026, προκειμένου να δικαστούν εκ νέου για τις πλημμεληματικές κατηγορίες για τις οποίες καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό σε πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Ο προσδιορισμός της δευτεροβάθμιας δίκης τους έρχεται σε μια στιγμή που η υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, προκαλώντας σφοδρές πολιτικές αναταράξεις, καθώς δρομολογούνται νέες έρευνες που βάζουν στο «κάδρο» και το αδίκημα της κατασκοπείας.
Οι τέσσερις κατηγορούμενοι, οι οποίοι άσκησαν έφεση, θα λογοδοτήσουν και πάλι για όλα όσα κατηγορούνται, με βάση όμως αυτή τη φορά τα νέα στοιχεία που προέκυψαν στη διάρκεια της πολύμηνης και ενδελεχούς διαδικασίας που διεξήχθη με πρόεδρο τον Νίκο Ασκιανάκη και εισαγγελέα τον Δημήτρη Παυλίδη.
Και οι τέσσερις αρνούνται ότι έχουν οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση των υποκλοπών, χωρίς ωστόσο να μπορεί κανείς να προβλέψει τη στάση τους στο ακροατήριο, αφού πια είναι ορατό ακόμη και το ενδεχόμενο της φυλακής.
Με βάση την πρωτοβάθμια απόφαση, οι κατηγορούμενοι έχουν καταδικαστεί, χωρίς ελαφρυντικά, σε φυλάκιση 126 ετών και 8 μηνών ο καθένας, με εκτιτέα ποινή τα 8 χρόνια λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα των πράξεών τους. Ωστόσο, η ποινή αυτή, αν παραμείνει και επικυρωθεί και στο δεύτερο βαθμό, θα πρέπει και να εκτιθεί από όσους τυχόν κριθούν ένοχοι και από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας.
Σε πρώτο βαθμό, οι επιχειρηματίες Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιος, Γιάννης Λαβράνος και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου κρίθηκαν ένοχοι για τις πλημμεληματικές πράξεις της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένων.

