
Μάης του 1852: Ιστορίες σκοταδισμού, δυστυχώς επίκαιρες – Γράφει ο Σπύρος Αλεξίου.
Από την εποχή την έξαρσης του κορονοιού ζούμε έντονα την αναβίωση φαινομένων όπως η απόρριψη της επιστήμης, η θρησκοληψία και η συνομωσιολογία. Δεν είναι πρωτοφανές ουτε ανεξήγητο, η συνολική κοινωνική οπισθοδρόμηση στον δυτικό κόσμο οδηγεί – εκτός των άλλων – στην άνοδο του σκοταδισμού. Μια παλιά ξεχασμένη ιστορία θυμίζει πολλά από το σήμερα, Μάης ήταν και τότε.
Ένα κράτος εναντίον ενός μισότρελου καλόγερου
Τον Απρίλιο του 1852 κατέφθασε στη Μονεμβασιά ένας μισότρελος, θρησκόληπτος καλόγερος, γνωστός ως Παπουλάκος, ο οποίος από εκεί κατευθύνθηκε προς το Γύθειο και τη Μέσα Μάνη. Γιατί ενδιαφέρει αυτό την ιστορία; Διότι τον ακολουθούσαν πάνω από 6.000 άντρες, γυναίκες και παιδιά, ενώ είχε και προσωπική φρουρά 500 ενόπλων, με διοικητές αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, όπως ο Φάσος και ο Μαυροειδής. Ας σημειώσουμε ότι ο ελληνικός στρατός δεν ξεπερνούσε τους 3.000 άντρες. Όταν έφτασε στη Μέσα Μάνη, κήρυξε ανταρσία κατά του Όθωνα και ακολούθησε εκστρατεία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων εναντίον ενός μισότρελου καλόγερου. Για να κατανοήσουμε όμως αυτήν την ιστορία παρακμής, σκοταδισμού και θρησκοληψίας, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ο Παπουλάκος ο 1ος
Το 1825, όταν ο Ιμπραήμ σάρωνε την Πελοπόννησο, επικρατούσαν απόγνωση και τρόμος. Σε τέτοιες στιγμές χαίρονται οι αγύρτες και οι μαυραγορίτες. Ένας τέτοιος αγύρτης από τη Ζάκυνθο έφτιαξε ένα ψευτομοναστήρι στα Τριπόταμα της Ηλείας και άρχισε να κηρύσσει, να προβλέπει το μέλλον και να βεβαιώνει πως ο Ιμπραήμ θα χαθεί από «άγγελο κυρίου», άρα δεν χρειαζόταν η Επανάσταση. Οι αφελείς συνέρρεαν κατά χιλιάδες, προσφέροντας πολύτιμα δώρα στον Παπουλάκο, όπως τον ονόμασαν.
Εκείνος τους εκμεταλλεύτηκε και, το χειρότερο, δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα καλλιεργώντας τη μοιρολατρία. Ολόκληρα σώματα επαναστατών διαλύθηκαν. Τη λύση έδωσε τελικά ο Ιμπραήμ, ο οποίος τον έσφαξε, μη ανεχόμενος τις προφητείες του. Στο μοναστήρι του βρέθηκαν έξι μεγάλες κάσες με χρυσό, ασήμι και κοσμήματα που θα έφταναν να θρέψουν για μήνες τους άντρες του Κολοκοτρώνη.
Ο Παπουλάκος ο 2ος
Δύο δεκαετίες αργότερα εμφανίστηκε ο διάδοχός του. Στο χωριό Άρμπουνα κοντά στα Καλάβρυτα ζούσαν τέσσερα αδέρφια, οι Παναγιωτόπουλοι, εκτροφείς χοίρων και χασάπηδες. Ένας από αυτούς, ο Χριστόφορος, αυτοχρίστηκε καλόγερος, έφτιαξε ένα μοναστήρι και άρχισε να διδάσκει. Γρήγορα όμως η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει, διότι αυτός δεν ήταν απλώς απατεώνας, ήταν φανατικός θρησκόληπτος. Αν και εντελώς αμόρφωτος, είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ψυχολογία της μάζας και να την εκμεταλλεύεται. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η ύπαιθρος ήταν βουτηγμένη στη φτώχεια, την εγκατάλειψη και τον αναλφαβητισμό, όπως γράφει ο Δ. Φωτιάδης:
«Μαύρη κι άραχλη η ζωή του χωριάτη. Αγωνίστηκε για τη λευτεριά της πατρίδας του και δε χάρηκε μιαν άσπρη μέρα […] Σκλάβος του μπέη πριν, σκλάβος των τσιφλικάδων τώρα. Έβλεπε τρεις δαίμονες να τον αρμέγουν: τον κομματάρχη, τον τοκογλύφο και τον χωροφύλακα. Έτσι, μέσα στην απελπισία του και την αμορφωσιά του, στήριξε τις ελπίδες του σε κάποιο θαύμα. Όταν όμως πέσεις σε τέτοιο κατάντημα, θα τυλιχτείς στα δίχτυα του πρώτου αγύρτη».
Ένας λαός ακολουθεί έναν αγύρτη
Στις αρχές του 1848 άφησε το μοναστήρι που είχε φτιάξει στην κορυφή της Γκαμήλας και άρχισε τις περιοδείες. Για τέσσερα χρόνια γύριζε όλη την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Προτού φτάσει σε ένα χωριό, οι πιστοί του χτυπούσαν τις καμπάνες και τα πλήθη συνέρρεαν. Φανατικοί οπαδοί του βεβαίωναν απίστευτα θαύματα, έσκιζαν το ράσο του και το έκαναν φυλαχτό, ο Παπουλάκος φορούσε καινούργιο και αυτό λογιζόταν σαν μέγα θαύμα, θεωρούσαν πως τα ρούχα του δεν πάλιωναν ποτέ.
Στις Σπέτσες την τελευταία πλάκα της προβλήτας που πάτησε την κονιορτοποίησαν και τη σκόνη την έβαζαν στο προζύμι του ψωμιού! Στο Κρανίδι έστηναν σταυρό όπου σταματούσε. Όταν κυκλοφόρησε η φήμη πως οι χωροφύλακες κατέβασαν τους σταυρούς, οι χωρικοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν τον σταθμό της χωροφυλακής. Στην Καλαμάτα έστησαν ξύλινη εξέδρα για να μιλήσει και στη συνέχεια πουλούσαν τα κομμάτια της σαν τίμιο ξύλο. Στη Μάνη, όταν ένα απόσπασμα της χωροφυλακής επιχείρησε να τον συλλάβει, φώναξε: «Πού είστε, γυναίκες μου;», και εκατοντάδες γυναίκες επιτέθηκαν με πέτρες και ξύλα και κατατρόπωσαν το απόσπασμα. Απίστευτα και όμως αληθινά…
Η διδασκαλία του
Η διδασκαλία του ήταν ένα παραλήρημα καθόλου αθώο: ο πρώτος εχθρός ήταν η γνώση. Κήρυττε πως όλα όσα πρέπει να γνωρίζει ο άνθρωπος βρίσκονταν στα ευαγγέλια, στους ψαλμούς και στην οκτώηχο. Όλα τα άλλα βιβλία θεωρούσε πως ήταν άθεα. Τα σχολεία έπρεπε να κλείσουν και πολλοί πιστοί γονείς διέκοπταν τη φοίτηση των παιδιών τους. Ο Σεραφείμ Παναγάκης, δάσκαλος στα Λαγκάδια της Γορτυνίας, γράφει:
«Κυρίως ύβρισεν το καθιερωθέν πρόγραμμα εκπαιδεύσεως, το οποίον απεκάλεσεν “άθεα γράμματα” ικανά να οδηγήσουν το έθνος εις τον αφανισμόν και το αίμα […] όπου περνά καθίσταται προβληματική και αύτη ακόμη η λειτουργία ενός δημοτικού σχολείου».
Ιδιαίτερο ήταν το μίσος του για την επιστήμη, που υποτίθεται ήταν όργανο του σατανά, και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι καρότσες του διαβόλου, όπως αποκαλούσε τα ατμόπλοια που κυριαρχούσαν πια στις θαλάσσιες συγκοινωνίες και μεταφορές. Ήξερε πού χτυπούσε: τα ατμόπλοια εκτόπιζαν τα παραδοσιακά ιστιοφόρα, στα πανιά των οποίων στηριζόταν η ζωή ολόκληρων περιοχών της Ελλάδας, ειδικά των νησιών. Η Ύδρα και οι Σπέτσες βρίσκονταν σε μεγάλη κρίση, ο κόσμος άρχισε να πεινάει εγκαταλελειμμένος από το κράτος. Ο Παπουλάκος έγινε ο εκφραστής του μίσους τους και όταν η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε καταδικαστική εγκύκλιο για αυτόν, 3.000 Σπετσιώτες, κυρίως γυναίκες, κατέστρεψαν το σπίτι του εκκλησιαστικού επιτρόπου, ενώ ο έπαρχος σώθηκε την τελευταία στιγμή.
Όργανα του σατανά ήταν και οι γιατροί και η ιατρική επιστήμη, μόνο η θεία θέληση έσωζε. Εννοείται πως πέθαναν πολλοί και πολλές που τον άκουσαν. Η νομική επιστήμη και ο θεσμός της δικαιοσύνης ήταν επίσης σατανικοί, τα δικαστήρια τα ονόμαζε «γυφτόσπιτα», και ακουμπούσε το μίσος των φτωχών χωρικών για τη δικαιοσύνη που μόνο δίκαια δεν δίκαζε. Κορωνίδα της διδασκαλίας του ήταν τα θέματα της ηθικής. Ταύτιζε κάθε ερωτική σχέση με αμαρτία. Η διαφθορά εκπορευόταν από τις πόλεις, την πρωτεύουσα την αποκαλούσε «πορνεύουσα». Οι γυναίκες έπρεπε να απαρνηθούν τον έρωτα, ακόμη και τον συζυγικό.Όλα αυτά τα δίδασκε η μία και μόνη αληθινή θρησκεία, η ορθόδοξη. Όλες οι άλλες ήταν του σατανά. Αμαρτωλοί και οι επίσκοποι, που τους αποκαλούσε «κατασκόπους».
Φυσικά, η συντριπτική πλειονότητα των απλών παπάδων τάχτηκε με το μέρος του. Αμόρφωτοι, φτωχοί και θρησκόληπτοι οι περισσότεροι, μισούσαν και αυτοί τους επισκόπους. Και, βέβαια, αφού ήταν μία η θρησκεία, ο Όθωνας ήταν αβάφτιστος αμαρτωλός, ενώ η μόνη ελπίδα ήταν το ξανθό, ομόθρησκο γένος, οι Ρώσοι δηλαδή. Και εδώ πιάνουμε την πολιτική…
Θρησκοληψία και πολιτική
Στα μέσα του 19ου αιώνα τα τρία κόμματα που γεννήθηκαν κατά την περίοδο της Επανάστασης άρχισαν να φθίνουν και σύντομα θα έπαυαν να υπάρχουν. Στη χειρότερη θέση βρισκόταν το ρωσικό, το οποίο ουσιαστικά δεν είχε λόγο ύπαρξης εκτός από την εμμονική υπεράσπιση της ορθοδοξίας από τους Φράγκους. Στην περίπτωση του Παπουλάκου επιδίωξε τη νεκρανάστασή του, υιοθετώντας το σύνθημα για τον αβάφτιστο [σ.σ. καθολικό] Όθωνα και θεωρώντας αυτό αιτία όλων των δεινών.
Με πρωτοβουλία του ρωσικού κόμματος συγκροτήθηκε η Φιλορθόδοξος Εταιρεία, με επικεφαλής τον Κεφαλλονίτη Κοσμά Φλαμιάτο, ο οποίος ζούσε στην Πάτρα. Ο Άννινος γράφει για αυτόν: «Ανήρ μετριωτάτης παιδεύσεως, θρησκομανής […] εσκοτισμένον έχων τον νουν». Εκείνος πήρε με το μέρος του την πλειονότητα των καλόγερων των μοναστηριών της Πελοποννήσου, οι οποίοι ονομάστηκαν «φύλακες της αμπέλου», ενώ προσεταιρίστηκε και τον Παπουλάκο, χαρακτηρίζοντας δημόσια τον Όθωνα «νοητόν εωσφόρον». Γράφει επίσης ο Άννινος:
«Οι Φιλορθόδοξοι ιδόντες τον ζήλον του και εννοήσαντες πόσον επωφελής θα ήτο η συμμαχία του εις τα σχέδιά των, προσηταιρίσθηκαν αυτόν […] επήρθη και εθεώρησεν εαυτόν προωρισμένον να επιτελέση πολιτικήν και κοινωνικήν μεταβολήν εις την πατρίδα του».
Είναι αναγκαία μια σύντομη παρένθεση εδώ: επί πολλές δεκαετίες και με έμμεσο ή άμεσο τρόπο καλλιεργήθηκε (και από προοδευτικούς ιστορικούς) η αντίληψη πως το ρωσικό κόμμα ήταν πατριωτικό και λαϊκό. Η αλήθεια είναι πως την περίοδο της Επανάστασης πολλοί από τους αγωνιστές που αντιστάθηκαν στη μετατροπή της Ελλάδας σε αγγλικό προτεκτοράτο στράφηκαν προς τη Ρωσία, ως αντίβαρο. Ο Κολοκοτρώνης, ο Κανάρης, ο Νικηταράς αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως το ρωσικό κόμμα ήταν βαθιά αντιδραστικό στην πολιτική του αντίληψη, υποστήριζε τον τσαρικό δεσποτισμό και όχι τις συνταγματικές ελευθερίες και, πάνω από όλα, ήταν φορέας θρησκοληψίας και σκοταδισμού. Αυτό, με τη σειρά του, δεν δικαιώνει ούτε την εθελοδουλία των «Μπαρλαίων» [σ.σ. αγγλόφιλοι] του Μαυροκορδάτου ούτε τον αμοραλισμό και τη διαφθορά των «Μοσχομαγγιτών» [σ.σ. γαλλόφιλοι] του Κωλέττη. Οι «Ναπαίοι» όμως, το ρωσικό κόμμα δηλαδή, ήταν πολιτικά το πιο αντιδραστικό, και αυτό δεν μπορεί να αποκρύπτεται.
Η αντίδραση της κυβέρνησης και το τέλος του Παπουλάκου
Τον Μάιο του 1852 η κυβέρνηση του Όθωνα κατανόησε πως βρισκόταν μπροστά σε μια αληθινή εξέγερση. Αρχικά προχώρησε στη σύλληψη του Φλαμιάτου και 150 οπαδών της Φιλορθοδόξου Εταιρείας. Με τον Παπουλάκο όμως ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα, καθώς βρισκόταν στη Μάνη και η Νότια Πελοπόννησος ήταν φανατικά μαζί του. Για τη σύλληψή του οργανώθηκε ολόκληρη εκστρατεία: από ξηράς το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού, πεζικό, ιππικό και πυροβολικό, με επικεφαλής τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και από τη θάλασσα το σύνολο του στόλου, με επικεφαλής τη ναυαρχίδα, την κορβέτα «Όθων».
Στις 27 Μαΐου ο Παπουλάκος επιχείρησε να καταλάβει την Καλαμάτα, χωρίς επιτυχία. Στις 30 του μηνός η κορβέτα «Αμαλία» αποβίβασε στρατό στην καρδιά της Μάνης, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Πιερράκου. Στάθηκε αδύνατο να συλλάβουν τον Παπουλάκο, οι πάντες τον έκρυβαν. Δύο ολόκληρους μήνες τον έψαχνε όλος ο ελληνικός στρατός και τελικά τον έπιασαν με τον κλασικό τρόπο. Βρέθηκε προδότης, ο περιβόητος Παπαβασίλαρος, οπότε στις 23 Ιουλίου συνελήφθη σε ένα ερημοκλήσι του Ταΰγετου, στου Τζέγκου.Για να μην ξεσηκωθεί η Μάνη, τον μετέφεραν αστραπιαία στην κανονιοφόρο «Κανάρης», από κει στη γολέτα «Ματθίλδη» και από κει στη ναυαρχίδα του στόλου, για να εξαφανιστούν τα ίχνη του, και έφυγαν τρέχοντας για Πειραιά.
Οι οπαδοί του αρχικά δεν το πίστεψαν. Στη συνέχεια διαδόθηκε πως το πλοίο που τον μετέφερε το βούλιαξε «άγγελος» και σώθηκε μόνον αυτός. Επί εβδομάδες ξημεροβραδιάζονταν ολόκληρες χιλιάδες σε παραλίες, για να τον δουν να γυρίζει πάνω σε δελφίνια. Ο προδότης Παπαβασίλαρος εξαφανίστηκε για να σωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε – τον βρήκαν οι Μανιάτες και τον σκότωσαν.
Τον Παπουλάκο τον έκλεισαν αρχικά στις φυλακές του Ρίου και στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Αθήνα. Δεν τόλμησαν να τον δικάσουν. Από τη μία έτρεμαν τις ταραχές και από την άλλη, εν έτει 1853, παραμονές του Κριμαϊκού Πολέμου, η ελληνική κυβέρνηση και η πλειονότητα της κοινωνίας ονειρεύονταν νίκη των ομόθρησκων Ρώσων και περιπάτους στην Κόκκινη Μηλιά. Το κλίμα δεν σήκωνε σύγκρουση με το θρησκευτικό συναίσθημα, καθώς ετοιμαζόμασταν για επίθεση. Την επόμενη χρονιά τα όνειρα και την επίθεση τα πλήρωσε ακριβά η ελληνική κοινωνία, όμως τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα.
Μέσα σε αυτήν τη δίνη των εξελίξεων ο Παπουλάκος μεταφέρθηκε στο μοναστήρι της Παναχράντου στην Άνδρο, όπου πέθανε ξεχασμένος το 1861. Αραιά και πού τον θυμούνταν παρεκκλησιαστικά φυλλάδια και ορισμένοι διανοούμενοι, όπως ο Κωστής Μπαστιάς στο έργο του με τίτλο «Ο Παπουλάκος».
Επίλογος
Αυτή η απίστευτη ιστορία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κωμικοτραγική, δεν υπάρχει τίποτα το κωμικό. Ειδικά στην εποχή μας γεννά αναπόφευκτους συνειρμούς. Κάθε εξέγερση που έχει μαζική στήριξη, ακόμη και αν στρέφεται κατά μιας αντιδραστικής εξουσίας, δεν είναι αυτοδίκαια προοδευτική. Την ίδια στιγμή η υποχώρηση των απελευθερωτικών και ανθρωπιστικών ιδεών έχει αφήσει ελεύθερο το πεδίο για την επέλαση του ανορθολογισμού, των αντιεπιστημονικών απόψεων, της θρησκοληψίας. Η γνώση και η επιστήμη, οι κοινωνικές τους διαστάσεις βρίσκονται στο στόχαστρο. Η μάχη για την ιστορική μνήμη είναι ένα λιθαράκι στη μάχη για την ήττα των φαινομένων αυτών και απαιτεί από εμάς να αποτινάξουμε και τη δική μας αρχαία σκουριά στην προσέγγιση του παρελθόντος.

(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας – Το βιβλίο του «Προδομένο Μεσολόγγι» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ»)

