
Το πρόγραμμα FCAS δεν ήταν απλώς ένα συμβόλαιο 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά ο θεμέλιος λίθος για το όραμα της «ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας».
Η Γαλλία και η Γερμανία κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι εταιρείες που έχουν αναλάβει την κατασκευή ενός κοινού ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους δεν θα μπορέσουν να καταλήξουν σε συμφωνία και εγκατέλειψαν το project, καταφέροντας ένα σοβαρό πλήγμα στις προσπάθειες κοινής άμυνας της Ευρώπης.
Εμανουέλ Μακρόν και Φρίντριχ Μερτς «κατέληξαν στην κοινή εκτίμηση ότι οι εταιρείες δεν θα μπορέσουν να βρουν σημείο επαφής», δήλωσε αξιωματούχος στο Agence France-Presse (AFP). «Αναγνωρίζουν αυτή την πραγματικότητα».
Υπενθυμίζεται πως ο Μακρόν και η προκάτοχος του Μερτς, Άνγκελα Μέρκελ, είχαν ξεκινήσει το πρόγραμμα FCAS (Future Combat Air System – Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικής Μάχης) το 2017, με σκοπό να αντικαταστήσουν τα γαλλικά αεροσκάφη Rafale και τα Eurofighter που χρησιμοποιούν η Γερμανία και η Ισπανία, περίπου μέχρι το 2040.
Ωστόσο το project ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ μαστιζόταν από διαφωνίες μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών – της γαλλικής Dassault Aviation και του ευρωπαϊκού αεροδιαστημικού ομίλου Airbus, που εκπροσωπεί τα γερμανικά και ισπανικά συμφέροντα – σχετικά με την ηγεσία και τον έλεγχο του προγράμματος ανάπτυξης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Dassault επέμενε να είναι ο επικεφαλής εταίρος στην ανάπτυξη του τζετ προκειμένου να προστατεύσει την πνευματική της ιδιοκτησία, ενώ η Airbus πίεζε για μια πιο ισότιμη εταιρική σχέση που θα περιλάμβανε σημαντική μεταφορά τεχνολογίας.
Το Παρίσι και το Βερολίνο εκτιμάται επίσης ότι είχαν συγκρουστεί για τον τύπο του αεροσκάφους: Η Γαλλία επεδίωκε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μοντέλο, αλλά η Γερμανία υποστήριζε ότι οι ανάγκες της ήταν διαφορετικές, καθώς τα γαλλικά αεροσκάφη έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικών όπλων και προσνήωσης σε αεροπλανοφόρα.
Ο Μερτς είχε αμφισβητήσει ανοιχτά στο παρελθόν το αν η ανάπτυξη ενός επανδρωμένου μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς έχει ακόμα νόημα για την πολεμική αεροπορία της χώρας του, τονίζοντας ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν έχουν όλα τις ίδιες απαιτήσεις σε στρατιωτικό εξοπλισμό.
Η εγκατάλειψη του πρότζεκτ FCAS αποτελεί βαρύ πλήγμα στις προσπάθειες των ευρωπαϊκών χωρών για στενότερη αμυντική συνεργασία, έπειτα από δεκαετίες υποεπενδύσεων και ενώ βρίσκονται αντιμέτωπες με μια εχθρική Ρωσία και μια όλο και πιο αναξιόπιστη Αμερική.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει το μαχητικό αεροσκάφος που βρέθηκε στο επίκεντρο της διαφωνίας, αλλά και drones, καθώς και ένα υπολογιστικό νέφος (cloud) δεδομένων μάχης υψηλής ασφάλειας. Ευρωπαϊκές πηγές δήλωσαν στο Reuters ότι είναι πιθανό η ανάπτυξη αυτών των δύο τελευταίων στοιχείων να συνεχιστεί.
Γερμανική κυβερνητική πηγή επιβεβαίωσε στο AFP πως «ο πραγματικός πυρήνας του FCAS πρόκειται να συνεχιστεί ως ευρωπαϊκό σύστημα». Το γραφείο του Μακρόν, ωστόσο, δεν προέβη σε άμεσο σχολιασμό. Με τις γαλλικές εκλογές προγραμματισμένες για το επόμενο έτος, το Παρίσι θεωρεί σημαντική την επίτευξη κάποιου είδους θετικού αποτελέσματος από ένα από τα εμβληματικά έργα του απερχόμενου προέδρου.
Γερμανικές κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι ο Μερτς και ο Μακρόν συζήτησαν την απόφαση για την ανακοίνωση του τέλους του προβληματικού project την Παρασκευή, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής μεταξύ της ΕΕ και των ηγετών των Δυτικών Βαλκανίων στο Μαυροβούνιο.
Και οι δύο είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν, χωρίς επιτυχία, να πείσουν την Airbus και την Dassault να καταλήξουν σε συμφωνία. Παρά τις προσπάθειες της τελευταίας στιγμής για τη διάσωση του έργου και τις δημόσιες διακηρύξεις των δύο ηγετών ότι ήταν αποφασισμένοι να πετύχει, το χάσμα μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου είχε γίνει όλο και πιο ξεκάθαρο τους τελευταίους μήνες.
Δύο μεσολαβητές, ένας από κάθε χώρα, ανέλαβαν τον Μάρτιο το έργο να καταθέσουν προτάσεις για τη διάσωση της πρωτοβουλίας, αλλά δεν τα κατάφεραν, ενώ ο επικεφαλής της Dassault επέμενε ότι η εταιρεία θα μπορούσε να διαχειριστεί το έργο μόνη της και δεν επιθυμούσε μια «συνδιαχείριση».
Πηγή: Guardian

