
Στο ΕΔΔΑ προσέφυγε ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης για την υπόθεση της παρακολούθησής του μέσω ΕΥΠ και Predator, καταγγέλλοντας πλημμελή και μη αμερόληπτη διερεύνηση από τις ελληνικές Αρχές.
Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσέφυγε ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, καταγγέλλοντας την αποτυχία των ελληνικών Αρχών, όπως υποστηρίζει, να διερευνήσουν με ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αποτελεσματικό τρόπο την παρακολούθησή του από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Η προσφυγή κατά της Ελλάδας
Η προσφυγή στρέφεται κατά της Ελλάδας και θέτει ενώπιον του ΕΔΔΑ, μεταξύ άλλων, ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη υπό το πρίσμα της αντικειμενικής αμεροληψίας, με επίκληση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κεντρικό σημείο των ισχυρισμών του δημοσιογράφου αποτελεί ο χειρισμός της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε μετά την απόφαση ΒΜ 853/2026 του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το δικαστήριο είχε καταδικάσει τέσσερα πρόσωπα σε πολυετείς ποινές φυλάκισης και παράλληλα είχε διατάξει την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, προκειμένου να εξεταστεί η τυχόν τέλεση πρόσθετων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και η κατασκοπεία, καθώς και να διερευνηθεί η ταυτότητα των πραγματικών ωφελουμένων από την παράνομη παρακολούθηση.
Στο επίκεντρο ο χειρισμός της δικογραφίας
Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου των πληρεξουσίων δικηγόρων του δημοσιογράφου, ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της δικογραφίας και στις 27 Απριλίου 2026 εξέδωσε πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της υπόθεσης, η οποία είχε προηγουμένως τεθεί στο αρχείο από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση.
Το ζήτημα της αμεροληψίας τίθεται, κατά την προσφυγή, σε σχέση με τον προηγούμενο θεσμικό ρόλο του κ. Τζαβέλλα. Όπως αναφέρεται, υπό την ιδιότητα του εποπτεύοντος εισαγγελικού λειτουργού της ΕΥΠ είχε υπογράψει τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του Θανάση Κουκάκη το καλοκαίρι του 2020.
Κατά τους πληρεξουσίους του δημοσιογράφου, το γεγονός αυτό δημιουργεί ζήτημα αντικειμενικής αμεροληψίας, καθώς ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός κλήθηκε στη συνέχεια να χειριστεί έρευνα στην οποία θα μπορούσαν να τεθούν υπό έλεγχο και προηγούμενες δικές του υπηρεσιακές πράξεις.
Τα δικαιώματα που επικαλείται ο δημοσιογράφος
Η προσφυγή, μεταξύ άλλων, αναφέρεται σε σειρά δικαιωμάτων που, κατά τους δικηγόρους του δημοσιογράφου, παραβιάστηκαν, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, η ελευθερία της έκφρασης, η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή.
Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα της πληρότητας της έρευνας, καθώς, όπως υποστηρίζεται, δεν αναζητήθηκαν επαρκώς οι απαντήσεις για τον σκοπό της παρακολούθησης, τους ενδεχόμενους ωφελουμένους από το Predator και τη σχέση μεταξύ της παρακολούθησης μέσω ΕΥΠ και της χρήσης του παράνομου λογισμικού.
Τι αναφέρει το δελτίο τύπου
«Κατατέθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσφυγή του δημοσιογράφου Αθανασίου Κουκάκη κατά της Ελλάδας. Η προσφυγή στρέφεται κατά της άρνησης των εθνικών δικαστικών αρχών να διερευνήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αποτελεσματικό τη διπλή παρακολούθηση του προσφεύγοντα από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και μέσω του λογισμικού κατασκοπείας Predator. Κεντρικό σημείο της προσφυγής αποτελεί η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη υπό το πρίσμα της αντικειμενικής αμεροληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, εγείρεται μείζον ζήτημα θεσμικής τάξης από το γεγονός ότι ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της ογκώδους ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε μετά την έκδοση της απόφασης ΒΜ 853/2026 του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το εν λόγω δικαστήριο, έχοντας καταδικάσει τέσσερα πρόσωπα σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, είχε διατάξει την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης για τη διακρίβωση τυχόν πρόσθετων αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένης της κατασκοπείας, καθώς και την ταυτοποίηση των πραγματικών ωφελουμένων της παράνομης παρακολούθησης.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, εξέδωσε στις 27 Απριλίου 2026, λίγες μόνο ημέρες μετά την παραλαβή της πολυσέλιδης δικογραφίας, πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της υπόθεσης που κατά το παρελθόν είχε τεθεί στο αρχείο από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, παρά το γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπό την ιδιότητα του εποπτεύοντος εισαγγελικού λειτουργού της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, είχε ο ίδιος υπογράψει τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του προσφεύγοντος το καλοκαίρι του 2020. Η ενέργεια αυτή του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, χωρίς να απέχει ο ίδιος αυτοβούλως ή να εξεταστεί η σχετική αίτηση εξαίρεσης, κατέστησε τον ίδιο δικαστικό λειτουργό κριτή σε μια έρευνα που θα μπορούσε να ελέγξει τις προγενέστερες δικές του υπηρεσιακές πράξεις.
Παράλληλα, με την προσφυγή καταγγέλλεται η παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, καθώς και του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ για την ελευθερία της έκφρασης και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών. Τονίζεται ότι η Πολιτεία απέτυχε να διασφαλίσει μια ενδελεχή και απολύτως ανεξάρτητη ποινική διερεύνηση, η οποία θα φώτιζε τον πραγματικό σκοπό της στοχοποίησης του προσφεύγοντα, τα πρόσωπα που ωφελήθηκαν από τη χρήση του παράνομου λογισμικού και τις πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ της επίσημης επισύνδεσης και της χρήσης του Predator σε βάρος του.
Τέλος, προβάλλεται η παραβίαση του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, εξαιτίας της απουσίας ενός πρακτικά αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου βοηθήματος ικανού να ελέγξει την ουσία των ανωτέρω αιτιάσεων. Το εθνικό σύστημα απέτυχε να παράσχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα πλήρους επανεξέτασης της πράξης αρχειοθέτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από ένα ανεξάρτητο όργανο, στερώντας του την πρόσβαση στην αλήθεια και στην ουσιαστική αποκατάσταση των παραβιασθέντων δικαιωμάτων του.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξασα όσο παραμένουν αναπάντητα θεμελιώδη ερωτήματα για την κρατική παρακολούθηση δημοσιογράφων, τη χρήση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, την ταυτότητα των εμπλεκομένων και τις θεσμικές ευθύνες για τη μη διερεύνηση σε βάθος όλων των παραμέτρων της υπόθεσης».

