
«Όπως το βλέπω εγώ, θα συμβεί τελικά», είπε, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια εξέλιξη «φανταστική».
Στο ζήτημα του μελλοντικού καθεστώτος της Βόρειας Ιρλανδίας παρενέβη ο Ντόναλντ Τραμπ κατά την επίσκεψή του στο Δουβλίνο, δηλώνοντας ανοιχτά ότι θα επιθυμούσε την ένωση ολόκληρης της Ιρλανδίας. Η τοποθέτησή του προκάλεσε την αντίδραση της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία ξεκαθάρισε ότι δεν έχει αλλάξει η θέση της σχετικά με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Ο Αμερικανός πρόεδρος βρέθηκε στην ιρλανδική πρωτεύουσα, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της χώρας Μιχόλ Μαρτίν. Μετά τις συνομιλίες τους, ρωτήθηκε από δημοσιογράφους για το ενδεχόμενο η Βόρεια Ιρλανδία, η οποία αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, να ενωθεί στο μέλλον με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Ο Τραμπ αρχικά αναγνώρισε την ευαισθησία του θέματος, σημειώνοντας ότι δεν επιθυμεί «να προκαλέσει προβλήματα». Ωστόσο, στη συνέχεια διατύπωσε ξεκάθαρα την προσωπική του προτίμηση.
«Θα λάτρευα να τη δω ενωμένη», δήλωσε, ενώ εμφανίστηκε πεπεισμένος ότι η συγκεκριμένη προοπτική μπορεί κάποια στιγμή να υλοποιηθεί. «Όπως το βλέπω εγώ, θα συμβεί τελικά», είπε, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια εξέλιξη «φανταστική».
Παράλληλα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναγνώρισε ότι το Λονδίνο έχει καθοριστικό λόγο στο ζήτημα. «Το Ηνωμένο Βασίλειο θα έχει κάτι να πει γι’ αυτό», ανέφερε, επιμένοντας πάντως ότι η ένωση θα ήταν, κατά την άποψή του, «κάτι σπουδαίο».
Τι απαντά η Βρετανία
Η αντίδραση από τη βρετανική πλευρά ήρθε με την επανάληψη της υφιστάμενης κυβερνητικής θέσης. Εκπρόσωπος του γραφείου του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ δήλωσε ότι δεν υπάρχει καμία μεταβολή στη στάση του Λονδίνου μετά τις τοποθετήσεις Τραμπ.
Μόλις την Τετάρτη, ο Μπέρναμ είχε ερωτηθεί στο κοινοβούλιο για το ενδεχόμενο διεξαγωγής δημοψηφίσματος σχετικά με τα σύνορα και το συνταγματικό μέλλον της Βόρειας Ιρλανδίας. Όπως είχε επισημάνει, δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ενδείξεις ότι η διεξαγωγή μιας νέας ψηφοφορίας διαθέτει πλειοψηφική υποστήριξη.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε ξεκαθαρίσει ότι όσο αυτή η εικόνα δεν αλλάζει, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί νέο δημοψήφισμα.
Πάντως, το θέμα παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, η οποία έβαλε τέλος σε δεκαετίες αιματηρής σύγκρουσης και καθόρισε το πλαίσιο μέσα από το οποίο μπορεί να εξεταστεί στο μέλλον μια αλλαγή στο συνταγματικό καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας.

