Η υπόθεση των επαναλαμβανόμενων απευθείας αναθέσεων συμβουλευτικών υπηρεσιών στον Δήμο Αρταίων ανοίγει έναν κύκλο σοβαρών ερωτημάτων για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται η Δημοτική Αρχή τα χρήματα των δημοτών και για το αν τηρούνται στοιχειώδεις κανόνες διαφάνειας, λογοδοσίας και χρηστής διοίκησης. Κατά τη συνεδρίαση λογοδοσίας, ο δημοτικός σύμβουλος της παράταξης «Αρτινών Συνεργασία», Σωτήρης Χρηστούλης, έθεσε ευθέως το ζήτημα των απευθείας αναθέσεων συνολικού ύψους 60.000 ευρώ, που δόθηκαν τα έτη 2024 και 2025 στον ίδιο ανάδοχο, για υπηρεσίες που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε εξειδικευμένες ούτε έκτακτες.
Οι συγκεκριμένες συμβάσεις αφορούν γενικού τύπου υποστήριξη, όπως ενημέρωση για χρηματοδοτικά προγράμματα, ωρίμανση φακέλων, σύνταξη τεχνικών δελτίων και συνοδευτική υποστήριξη έργων. Πρόκειται, ωστόσο, για αντικείμενα που ανήκουν στον πυρήνα των αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης Προγραμματισμού του Δήμου Αρταίων, μιας υπηρεσίας που είναι στελεχωμένη και λειτουργεί εδώ και χρόνια. Το γεγονός ότι η Δημοτική Αρχή επέλεξε να παρακάμψει τις ίδιες της τις υπηρεσίες και να κατευθύνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ σε εξωτερικό σύμβουλο, χωρίς σαφή τεκμηρίωση αναγκαιότητας, γεννά εύλογα υποψίες για τη σκοπιμότητα αυτής της επιλογής.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς αν «έγινε δουλειά», αλλά ποια ακριβώς δουλειά έγινε και τι απέφερε. Ποια είναι τα συγκεκριμένα, μετρήσιμα και επαληθεύσιμα παραδοτέα για τα 60.000 ευρώ; Ποια έργα εντάχθηκαν σε χρηματοδοτικά προγράμματα αποκλειστικά λόγω της παρέμβασης του εξωτερικού συμβούλου; Ποια θα ήταν η εξέλιξη των ίδιων υποθέσεων αν ο Δήμος είχε αξιοποιήσει το προσωπικό του, όπως έκανε επί σειρά ετών; Μέχρι σήμερα, απαντήσεις με στοιχεία δεν έχουν δοθεί, γεγονός που εντείνει το αίσθημα αδιαφάνειας.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ανάδοχος έχει λάβει και δύο απευθείας αναθέσεις από τη ΔΕΥΑ Άρτας, συνολικού ύψους 34.000 ευρώ. Έτσι, το συνολικό ποσό που κατέληξε στον ίδιο επαγγελματία μέσα σε μόλις δύο χρόνια φτάνει τις 94.000 ευρώ, αποκλειστικά μέσω απευθείας διαδικασιών. Η συσσώρευση τέτοιων ποσών σε έναν μόνο ανάδοχο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε τυχαία ούτε αθώα, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από δημόσιο απολογισμό αποτελεσμάτων.
Το ερώτημα που τίθεται είναι ξεκάθαρο και δεν επιδέχεται υπεκφυγές: γιατί η Δημοτική Αρχή επιλέγει συστηματικά την απευθείας ανάθεση και μάλιστα στον ίδιο ανάδοχο, όταν υπάρχουν και άλλοι επαγγελματίες στην τοπική αγορά και όταν ο ίδιος ο Δήμος διαθέτει υπηρεσίες που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να ανταποκριθούν; Η πρακτική αυτή υπονομεύει την αρχή του υγιούς ανταγωνισμού, απαξιώνει το ανθρώπινο δυναμικό του Δήμου και δημιουργεί την εικόνα μιας διοίκησης που λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Η επίκληση της λεγόμενης «μεταβατικής περιόδου» δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμο φύλλο συκής για επαναλαμβανόμενες απευθείας αναθέσεις. Η εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων αποτελεί βασική υποχρέωση κάθε δημοτικής διοίκησης και όχι ειδικό επίτευγμα που δικαιολογεί δαπάνες δεκάδων χιλιάδων ευρώ χωρίς σαφή αποτύπωση αποτελεσμάτων. Η απουσία αξιολόγησης κόστους–οφέλους και η έλλειψη πλήρους ενημέρωσης του Δημοτικού Συμβουλίου συνιστούν θεσμικό έλλειμμα.
Η «Αρτινών Συνεργασία» ξεκαθαρίζει ότι δεν απορρίπτει τη χρήση εξωτερικής τεχνογνωσίας όταν αυτή είναι απολύτως αναγκαία. Αμφισβητεί όμως ευθέως τη λογική της κατ’ εξακολούθηση απευθείας ανάθεσης, την αδιαφάνεια γύρω από τα παραδοτέα και τη συστηματική υποβάθμιση των δημοτικών υπηρεσιών. Σε μια περίοδο που οι πολίτες πιέζονται οικονομικά, τέτοιες πρακτικές δεν μπορούν να περνούν χωρίς έλεγχο.
Η διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος δεν είναι επιλογή, είναι υποχρέωση. Και αυτή προϋποθέτει καθαρές απαντήσεις, πλήρη δημοσιοποίηση στοιχείων και ουσιαστική αλλαγή πρακτικής. Γιατί τα χρήματα του Δήμου δεν είναι ούτε ανεξάντλητα ούτε «τεχνική λεπτομέρεια». Είναι χρήματα των δημοτών και κάθε ευρώ που δαπανάται οφείλει να δικαιολογείται μέχρι τελευταίου λεπτού.

