
Η Θεσσαλία αποτελεί το επίκεντρο της κρίσης της ευλογιάς των προβάτων.
Θεσσαλία – Η Αναστασία Σιούρτου, κτηνίατρος και κτηνοτρόφος από την Καρδίτσα, περπατά ανάμεσα στις σιωπηλές στάνες της. Αυτά τα μαντριά, που μέχρι πριν από λίγους μήνες έσφυζαν από σχεδόν 700 πρόβατα, σήμερα είναι άδεια. Η ευλογιά των προβάτων και τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για τον περιορισμό της νόσου έχουν σαρώσει τα πάντα. «Αναγνώρισα προσωπικά τα συμπτώματα και τα δήλωσα άμεσα στις αρχές, δεν ήθελα να μεταδοθεί ο ιός στα κοπάδια των γειτόνων μου», λέει η Αναστασία καθώς κινείται στον χώρο που κάποτε χρησιμοποιούνταν για το άρμεγμα.

Στις 12 Νοεμβρίου 2025, εργαζόμενοι από τα σφαγεία της περιοχής, συνοδευόμενοι από έναν κρατικό κτηνίατρο, έφτασαν στην εκμετάλλευση της Αναστασίας. «Ήταν μια φρικτή σκηνή. Τα αρνάκια έμοιαζαν να αντιλαμβάνονται ότι πλησιάζει ο θάνατος». Σύμφωνα με τις κυβερνητικές οδηγίες, η θανάτωση των μολυσμένων ζώων πρέπει να πραγματοποιείται εντός 72 ωρών από την κοινοποίηση των κρουσμάτων. Η κτηνίατρος, ωστόσο, ασκεί κριτική στις μεθόδους που εφαρμόστηκαν, οι οποίες δεν λάμβαναν υπόψη την ταλαιπωρία των ζώων ούτε τον ψυχολογικό αντίκτυπο στους κτηνοτρόφους. «Αυτά τα πρόβατα δεν ήταν απλώς μια οικονομική υπόθεση, ήταν μέρος της ζωής μας, της ιστορίας μας», συνεχίζει η Αναστασία, προσθέτοντας: «Δεν είναι μια δουλειά σαν τις άλλες, έχεις να κάνεις με κάτι ζωντανό».
Η Θεσσαλία αποτελεί το επίκεντρο της κρίσης της ευλογιάς των προβάτων, μιας εξαιρετικά μεταδοτικής ιογενούς ασθένειας που προσβάλλει πρόβατα και κατσίκες, με θνησιμότητα που σε ορισμένες εστίες μπορεί να ξεπεράσει το 80% των ζώων. Το πρώτο κρούσμα καταγράφηκε στις 21 Αυγούστου 2024, σε περιοχή κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Από τότε η επιδημία εξαπλώθηκε ραγδαία. Η Αναστασία Σιούρτου ανήκει σε μια ευρύτερη ομάδα κτηνοτρόφων, τουλάχιστον 2.600 άτομα, που επλήγησαν από τα μέτρα περιορισμού της νόσου, τα οποία στους πρώτους 14 μήνες της επιδημίας οδήγησαν στη θανάτωση περίπου 500.000 ζώων.

«Το 2016 ξεκίνησα την εκτροφή μου με 75 πρόβατα, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον πατέρα μου. Πήγαινα από φάρμα σε φάρμα για να τα επιλέξω», εξηγεί η Αναστασία, της οποίας η μονάδα βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Καρδίτσας. Η κτηνίατρος ξεκίνησε αυτή τη δραστηριότητα για να δώσει ένα παράδειγμα στους τοπικούς κτηνοτρόφους: «Η περιοχή ήταν γεμάτη μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Ο καθένας είχε μερικές εκατοντάδες πρόβατα, εκτρεφόμενα με παραδοσιακές μεθόδους για παραγωγή γάλακτος, αλλά χωρίς πραγματική οικονομική απόδοση. Ήθελα να δείξω, με προσωπική δέσμευση, ότι ενώνοντας τις δυνάμεις μας μπορούσαμε να δημιουργήσουμε έναν συνεταιρισμό και να μεγιστοποιήσουμε την οικονομική απόδοση της εκτροφής».

Η αγροτική ψυχή της Καρδίτσας αποτυπώνεται άμεσα στα καλλιεργημένα χωράφια και στα εκατοντάδες αγροτόσπιτα που διαμορφώνουν το τοπίο. Το 2023, οι ίδιες αυτές περιοχές καταστράφηκαν από τον κυκλώνα Daniel, ο οποίος προκάλεσε ζημιές άνω των 2,5 δισ. ευρώ στον ελληνικό αγροκτηνοτροφικό τομέα. Ακόμη και η εκτροφή της Αναστασίας επλήγη.
Παρά τη φθίνουσα τάση εξάπλωσης του ιού στη Θεσσαλία, η περιοχή συνεχίζει να καταγράφει νέα κρούσματα, με εκτιμώμενο αριθμό περίπου 260.000 ζώων που θανατώθηκαν έως τον Σεπτέμβριο του 2025. Εκεί, ανάμεσα σε άδεια μαντριά και κατεστραμμένες μονάδες, το ανθρώπινο και κοινωνικό κόστος της κρίσης γίνεται πιο εμφανές, με αυξανόμενες εντάσεις απέναντι στις αποφάσεις της κυβέρνησης και του υπουργείου. «Όλη η διαχείριση της επιδημίας χαρακτηρίστηκε από ανικανότητα και αποκάλυψε ότι η κυβέρνηση δεν έχει απολύτως ιδέα τι κάνει», λέει η Αναστασία.

Το πρώτο κρίσιμο ζήτημα αφορά τις συνθήκες με τις οποίες ο ιός εισήλθε στη χώρα.
«Οι λόγοι εξάπλωσης της ευλογιάς των προβάτων είναι πολλαπλοί», εξηγεί ο Γιώργος Βλόντζος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Αγροτικής Οικονομίας και Συμπεριφοράς Καταναλωτή. «Καταρχάς, το υπουργείο υποτίμησε το πρόβλημα, παρότι γνώριζε τα κρούσματα στην Τουρκία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία». Σύμφωνα με τον Βλόντζο, πρόκειται για σαφή περίπτωση αμέλειας από την πλευρά του κράτους, η οποία ενισχύθηκε από την έλλειψη αποτελεσματικών προληπτικών μέτρων για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού.

Η Αναστασία Σιούρτου συμμερίζεται αυτή την εκτίμηση. Επεκτείνει όμως τη συζήτηση στις πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών και στις ευθύνες για τη διαχείριση του υγειονομικού κινδύνου. «Εδώ και χρόνια δεν προσλαμβάνουμε υγειονομικό προσωπικό και τα σύνορα παραμένουν ανεπαρκώς ελεγχόμενα από άποψη κτηνιατρικής ασφάλειας», αναφέρει η κτηνίατρος. Από το 2009 και μετά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της λιτότητας και στις επόμενες κυβερνήσεις, οι εκάστοτε κυβερνήσεις μείωσαν σταδιακά τους προϋπολογισμούς για τους κτηνιατρικούς ελέγχους, εκθέτοντας τη χώρα σε αυξανόμενο κίνδυνο.
Ήδη από το 2017, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα είχε απαντήσει σε κοινοβουλευτική ερώτηση επιβεβαιώνοντας την έλλειψη κρατικών κτηνιάτρων και το γεγονός ότι η χώρα δεν είχε ακόμη ενσωματώσει τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το οποίο είχε επιβάλει πρόστιμο στην Ελλάδα για παραβίαση των κανονισμών υγειονομικών ελέγχων που είχαν θεσπισθεί το 2009. Ακόμη και τότε, ωστόσο, η προσωρινή πρόσληψη προσωπικού δεν επαρκούσε για να καλύψει το κενό.

Παραδόξως, ενώ οι έλεγχοι μειώνονταν, αυξάνονταν οι εισαγωγές ζώων. Τα τελευταία χρόνια, οι εισαγωγές προβάτων και κατσικιών, κυρίως από τη Ρουμανία και τη Γαλλία, έχουν αυξηθεί, επιβεβαιώνοντας μια γενικότερη ανοδική τάση και εκθέτοντας έτσι τη χώρα σε μεγαλύτερο κίνδυνο μετάδοσης.
Περνώντας τη Λάρισα προς τα βόρεια, η πεδιάδα της Θεσσαλίας δίνει τη θέση της σε μικρούς λόφους. Λίγο έξω από το χωριό Ροδιά, βρίσκεται το κοπάδι της οικογένειας του Γιώργου Ζιάγκα, 32 ετών, κτηνοτρόφου, κτηνιάτρου και υποψήφιου διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εδώ και πέντε γενιές η οικογένειά του, βλάχικης καταγωγής, ασχολείται με την κτηνοτροφία και είναι από τις λίγες που έχουν απομείνει να ασκούν ακόμη τη μετακινούμενη κτηνοτροφία στην Ελλάδα. Κάθε χρόνο μεταφέρει το κοπάδι στη Σαμαρίνα, στη Δυτική Μακεδονία, για θερινή βοσκή στα ορεινά.

«Ξεκίνησα να ακολουθώ τον πατέρα μου όταν ήμουν τεσσάρων ετών», εξηγεί ο κ. Ζιάγκας, ενώ ολοκλήρωνε το άρμεγμα. «Έμαθα να αγαπώ το βουνό και τα ζώα. Η μετακινούμενη κτηνοτροφία έχει θυσίες, αλλά είναι αυτό στο οποίο πιστεύω βαθιά: δεν το κάνουμε για τα χρήματα, αλλά επειδή πιστεύουμε στην αξία της δουλειάς μας». Σχεδόν όλη η οικογένειά του συμμετέχει στη διαχείριση του κοπαδιού, το οποίο σήμερα αριθμεί σχεδόν 2.000 πρόβατα.
Η εκμετάλλευση εκτείνεται σε 1.500 στρέμματα. Πέρα από τα υπόστεγα που χρησιμοποιούνται ως στάβλοι και τους εξωτερικούς χώρους περίφραξης, υπάρχει ένα μικρό σπίτι με δύο κρεβάτια και ένα τζάκι, που λειτουργεί ως καταφύγιο για τους κτηνοτρόφους όταν δεν μπορούν να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Στην πόρτα, ο Κώστας Ζιάγκας, πατέρας του Γιώργου, στηρίζεται στο μπαστούνι του. Παρά τα 77 του χρόνια, συνεχίζει να εργάζεται ως κτηνοτρόφος. «Έχω δουλέψει πολύ για να χτίσω όλα αυτά», λέει, προσφέροντας ένα κομμάτι πρόβειο τυρί. «Κάποτε παρήγαμε και γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά με την αύξηση της δουλειάς και τη γραφειοκρατία, δεν τα καταφέρνουμε πια».

Στους τοίχους του καταφυγίου δεσπόζουν φωτογραφίες της οικογένειας Ζιάγκα στη Σαμαρίνα: η πιο κιτρινισμένη απεικονίζει τον πατέρα του, ενώ οι πιο πρόσφατες δείχνουν τους δύο γιους, ανάμεσά τους και τον Γιώργο, πάνω σε άλογα. «Ήμουν 11 ετών όταν συνόδευσα για πρώτη φορά το κοπάδι στη μετακίνηση», εξηγεί ο κτηνοτρόφος. Οι φωτογραφίες και τα αντικείμενα του σπιτιού, όπως τα ξύλινα σκαλιστά αγαλματίδια, αφηγούνται μια ιστορία που ενώνει τις γενιές της οικογένειας. «Ό,τι κάνεις με τα χέρια σου έχει διαφορετική αξία», τονίζει , προσθέτοντας: «Οι άνθρωποι που μας κυβερνούν θα έπρεπε να ξέρουν ότι η θανάτωση είναι έγκλημα, οπότε πριν θανατώσουν ολόκληρα κοπάδια θα έπρεπε να σκεφτούν τις ανθρώπινες συνέπειες».

Έξω από το καταφύγιο, ο γιος του Γιώργος οδηγεί τα πρόβατα, μόλις αρμεγμένα, προς τους εξωτερικούς χώρους. Αν και η ευλογιά των προβάτων δεν έχει πλήξει άμεσα τη δική του εκμετάλλευση, οι συνέπειές της τον έχουν επηρεάσει βαθιά. «Σε πρόσφατη συνάντηση με εκπροσώπους του Υπουργείου μας ενημέρωσαν ότι φέτος θα είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ανεβάσουμε τα κοπάδια στο βουνό. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της οικογένειάς μας που δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τη μετακίνηση», εξηγεί ο κτηνοτρόφος. Ο Γιώργος επικρίνει τα μέτρα που έχουν ληφθεί, τα οποία κατά την άποψή του δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης. «Πέρα από τις οικονομικές ζημιές, μόνο η τροφή θα έφτανε τις 100 χιλιάδες ευρώ· είναι μια απόφαση που προέρχεται από άγνοια», προσθέτει.

Η πρόταση του κ. Ζιάγκα, ο οποίος είναι μέλος του συλλόγου μετακινούμενων κτηνοτρόφων, είναι να επιτρέπεται η μεταφορά των κοπαδιών στη Σαμαρίνα με οχήματα, μετά από κτηνιατρικό έλεγχο, και να εφαρμόζεται καραντίνα στους ορεινούς βοσκότοπους, ώστε να διατηρηθεί και η πολιτιστική αξία της πρακτικής, η οποία έχει αναγνωριστεί από την UNESCO στο πλαίσιο της μεσογειακής μετακινούμενης κτηνοτροφίας. «Πέρυσι, τα κοπάδια που έμειναν στη Θεσσαλία ήταν εκείνα που αρρώστησαν περισσότερο από όλα», εξηγεί ο κτηνοτρόφος.
Κατά τη διάρκεια περισσότερων από 200 ετών, η οικογένεια Ζιάγκα ακολουθεί τις διαδρομές που συνδέουν τη Θεσσαλία με τη Δυτική Μακεδονία. «Σήμερα μέρος της διαδρομής γίνεται με φορτηγά, κυρίως το ανέβασμα την περίοδο Απριλίου–Μαΐου, γιατί αντιμετωπίζουμε όλο και περισσότερα προβλήματα με τους οδηγούς», αναφέρει. «Αλλά αυτό το ταξίδι δεν έχει μόνο σημασία για εμάς τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους· και τα μικρά ορεινά χωριά έχουν οικονομικό όφελος από αυτή την πρακτική». Σύμφωνα με τον κτηνοτρόφο, χάρη στους βοσκούς πολλά χωριά καταφέρνουν να επιβιώσουν και να μην ερημωθούν πλήρως. «Μπαρ, εστιατόρια, καταστήματα περιμένουν την άφιξή μας. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελεί τη μοναδική πραγματική πηγή εισοδήματος και έτσι λειτουργεί ως ανάχωμα στην ερήμωση», προσθέτει.

Ο Κώστας Ζιάγκας παρακολουθεί τον γιο του που φροντίζει τα πρόβατα από την είσοδο του καταφυγίου. Δεν κρύβει την περηφάνια του για μια παράδοση που τους ενώνει: «Ο Γιώργος σπούδασε και συνεχίζει να σπουδάζει, θέλαμε να ακολουθήσει τον δρόμο του, αλλά η αγάπη του για τα ζώα τον έφερε πίσω εδώ». Ο 32χρονος κτηνοτρόφος, από την άλλη, δεν αμφισβήτησε ποτέ αυτή την επιστροφή. «Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο έκανα πρακτική φροντίζοντας κατοικίδια ζώα. Ήταν μια περίοδος που ενίσχυσε μέσα μου την επιθυμία να συνεχίσω. Δεν θα μπορούσα να αφαιρέσω από τη ζωή μου την επαφή με τη φύση».
Η ιστορία και το παρόν της οικογένειας Ζιάγκα είναι άρρηκτα συνδεμένα με τα κοπάδια τους. Οι επιλογές τους, ακόμη κι αν κινούνται αντίθετα στο ρεύμα και συνήθως αποφέρουν μικρότερη οικονομική απόδοση, έχουν ηθική και μακροπρόθεσμη αξία. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή, επέλεξαν να συνεχίσουν να εργάζονται αποκλειστικά με πρόβατα ελληνικών τοπικών φυλών, αναβιώνοντας ένα σχεδόν ξεχασμένο γενετικό απόθεμα.

«Ο ιός αποκάλυψε ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας», λέει ο Γιώργος. «Η πλειονότητα των γαλακτοπαραγωγών προβάτων στην Ελλάδα είναι εισαγόμενη από τη Γαλλία ή τη Ρουμανία· λίγοι είναι οι κτηνοτρόφοι που χρησιμοποιούν τοπικά ζώα». Ο λόγος αυτής της επιλογής συνδέεται με την παραγωγικότητα: ενώ τα γαλλικά πρόβατα μπορούν να φτάσουν τα 500 λίτρα γάλα τον χρόνο, τα δικά του ζώα φτάνουν μετά βίας τα 100 λίτρα. «Η εμφάνιση και η εξάπλωση της νόσου συνδέονται άμεσα με αυτόν τον μηχανισμό εισαγωγών», προσθέτει ο νεαρός κτηνοτρόφος. «Τα πρόβατα μολύνθηκαν κατά τη μεταφορά, πιθανότατα στη Ρουμανία ή τη Βουλγαρία, και εισήλθαν χωρίς επαρκείς ελέγχους».

Τα κοπάδια του Γιώργου παράγουν κυρίως γάλα για την παραγωγή φέτας. «Παρότι τα πρόβατα της μετακινούμενης κτηνοτροφίας δίνουν μικρότερη ποσότητα γάλακτος, η απόδοση είναι μεγαλύτερη και το γάλα είναι πολύ πλουσιότερο σε πρωτεΐνες», εξηγεί ο κτηνοτρόφος, ο οποίος κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διεξήγαγε συγκριτικό πείραμα για τη θρεπτική αξία του γάλακτος μεταξύ εκτατικής βοσκής και σταβλισμένης εκτροφής. «Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα: η ποιότητα του γάλακτος από ζώα που εκτρέφονται σε υπαίθρια, μη εντατικά συστήματα ήταν σαφώς ανώτερη».
Ο Γιώργος κατηγορεί τον κλάδο ότι προτιμά τα άμεσα αποτελέσματα αντί της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας: «Ο ιός σκοτώνει επίσης τις τοπικές φυλές και, καθώς το Υπουργείο δεν έχει ποτέ δημιουργήσει τράπεζα γενετικού υλικού, κινδυνεύουμε να εξαφανιστούν εντελώς». Αν οι προβλέψεις του κ. Ζιάγκα επιβεβαιωθούν, η εξαφάνιση των γηγενών κοπαδιών θα αποτελούσε καταστροφή για την οικονομία του κλάδου. Η παραγωγή φέτας, ως προϊόν ΠΟΠ, συνδέεται μεταξύ άλλων παραμέτρων με τη χρήση γάλακτος από ελληνικά πρόβατα και κατσίκες. Χωρίς αυτό το στοιχείο, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει την αποκλειστικότητα παραγωγής που απέκτησε το 2002 μέσω απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στους Σοφάδες, στο σαλόνι της οικογενειακής κατοικίας, ο καθηγητής Γιώργος Βλόντζος διευρύνει την εν λόγω οπτική και συνδέει την εξάπλωση του ιού με το σύστημα που χαρακτηρίζει τον κλάδο της κτηνοτροφίας. «Η χώρα είναι πολύ πίσω σε σχέση με άλλες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γαλλία, από την οποία εισάγουμε ζώα, έχει επενδύσει σημαντικά για να φτάσει στα σημερινά της αποτελέσματα», εξηγεί ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. «Στην Ελλάδα η κτηνοτροφία βασίζεται σε μικρούς παραγωγούς και για πολύ καιρό στηρίχθηκε σε κρατικές επιδοτήσεις. Δεν εξελίχθηκε ποτέ τεχνολογικά και ο κλάδος, όπως είναι σήμερα, βρίσκεται σε συνθήκες αποτυχίας της αγοράς».



Σύμφωνα με τον κ. Βλόντζο, ο ιός εισήλθε στη χώρα «σαν μαχαίρι στο βούτυρο», και λόγω αυτής της κατάστασης. «Δεν είχαν εφαρμοστεί συστήματα απολύμανσης ή αποτελεσματικοί έλεγχοι στα κοπάδια· για την ευλογιά των προβάτων η εξάπλωση ήταν πολύ εύκολη».
Οι ανησυχίες του καθηγητή επεκτείνονται και στο παρόν, ιδίως υπό το φως των πρόσφατων συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο με τις χώρες του Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη) όσο και με την Ινδία. «Με την εφαρμογή αυτών των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με χώρες που διαθέτουν ακόμη μεγαλύτερη παραγωγική βάση». Σύμφωνα με τον Γιώργο Βλόντζο, η Ελλάδα δεν είναι έτοιμη για αυτό το νέο κεφάλαιο.
Στην Καρδίτσα, η Αναστασία Σιούρτου κλειδώνει την πύλη της εκμετάλλευσης. Σταματά για λίγο για να αφήσει τροφή στις γάτες που κινούνται ανάμεσα στα ξερά χόρτα μπροστά από την εγκατάσταση. «Δεν είχα ξαναέρθει εδώ από τότε που θανατώθηκαν τα πρόβατα. Πολύς πόνος, πολλή ταλαιπωρία», λέει. Και προσθέτει: «Νιώθω πίκρα για τις επιλογές που έκανα». Όπως και για πολλούς άλλους κτηνοτρόφους της Θεσσαλίας, έτσι και για την κ. Σιούρτου η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση επικεντρώνεται κυρίως στο ζήτημα των εμβολίων.
Σύμφωνα με έρευνα του We Are Solomon το 2026, παρότι υπήρχαν διαθέσιμες περίπου 500.000 δόσεις, η Αθήνα φέρεται να αποφάσισε να μην αξιοποιήσει τη στήριξη των Βρυξελλών, φοβούμενη ότι θα χαρακτηριστεί ως «ενδημική χώρα» της ευλογιάς των προβάτων και αιγών, με επακόλουθους περιορισμούς στις εξαγωγές γάλακτος και φέτας, πυλώνων της εθνικής αγροτικής οικονομίας.
«Η αλήθεια είναι ότι εδώ όλοι χρησιμοποιούν τα εμβόλια», λέει η Αναστασία Σιούρτου καθώς κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο που είναι σταθμευμένο μπροστά από την εγκατάσταση. «Πρόκειται για παράνομα εμβόλια που προέρχονται από την Τουρκία». Σύμφωνα με την ίδια, ακριβώς χάρη στη χρήση τους ο ιός φαίνεται σήμερα να υποχωρεί στη Θεσσαλία. «Δεν χρησιμοποίησα τα παράνομα εμβόλια, γιατί πάντα προσπαθούσα να τηρώ τους κανόνες. Αλλά, βλέποντας όλα όσα έχω ζήσει και υποστεί, πιστεύω ότι έκανα λάθος. Δεν θα το ξανάκανα».
Το αυτοκίνητο της Αναστασίας μπαίνει στην περιφερειακή οδό της Καρδίτσας, αφήνοντας πίσω τις πιο αγροτικές περιοχές του δήμου. Στις παρυφές της πόλης βρίσκεται η εκμετάλλευση του Τάσου Μανάκα: μια πύλη, ένας χώρος στάθμευσης και τρία μεγάλα υπόστεγα. «Δεν μας επιτρέπουν να καθαρίσουμε», εξηγεί ο κτηνοτρόφος καθώς περπατά ανάμεσα στους στάβλους. «Θα έπρεπε να μαζέψουμε όλο το άχυρο από το έδαφος, να το κλείσουμε σε νάιλον ή να το κάψουμε, αλλά δεν μας το επιτρέπουν». Ο κ. Μανάκας στέκεται σε ένα από τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει τις περισσότερες αμφιβολίες και αντιπαραθέσεις γύρω από τις στρατηγικές της κυβέρνησης για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού: τη διαχείριση μετά τη θανάτωση των κοπαδιών.

Η ζωή του κτηνοτρόφου άλλαξε στις 9 Οκτωβρίου 2025, όταν θανατώθηκαν τα 873 πρόβατά του. «Πήραν τα ζώα και τα μετέφεραν σε ένα χωράφι εδώ κοντά για να τα θάψουν», λέει. «Τα φορτηγά που τα μετέφεραν δεν είχαν υποβληθεί σε καμία απολύμανση». Σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία, ο ιός μπορεί να επιβιώσει έως και έξι μήνες σε διάφορες επιφάνειες, όπως εξοπλισμό, ρούχα ή ελαστικά.
Σύμφωνα με τις υγειονομικές οδηγίες, η διαχείριση των σφαγίων θα έπρεπε να γίνεται μέσω αποτέφρωσης ή ταφής επί τόπου, ακολουθώντας ελεγχόμενες διαδικασίες και με τη χρήση υλικών όπως ασβέστης και προστατευτικά καλύμματα. Στην πράξη, όμως, αυτό δημιούργησε τεράστια προβλήματα. Δίπλα στον κ. Μανάκα, η κ. Σιούρτου ακούει σιωπηλά και στη συνέχεια προσθέτει: «Σε ορισμένες περιοχές, λόγω του μεγάλου αριθμού των ζώων που θανατώθηκαν, η καύση αποδείχθηκε μπούμερανγκ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τον κίνδυνο μετάδοσης, με αναμονές που έφταναν έως και τους δύο μήνες».
Λόγω των δυσκολιών στη διαχείριση μέσω των τοπικών σφαγείων, η επιλογή συχνά κατέληγε στην ταφή. «Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ταφή των σφαγίων γινόταν μόλις λίγα εκατοστά κάτω από την επιφάνεια», εξηγεί η ίδια. «Τα κοράκια κατάφερναν να τα ξεθάβουν, συμβάλλοντας έτσι στη διασπορά του ιού». Επιπλέον, φαίνεται να έχουν καταγραφεί σοβαρές παραλείψεις στην επιλογή των χώρων ταφής. «Προσωπικά απέφυγα αυτή την πρακτική γιατί γνωρίζω τα δικαιώματα μου και είμαι κτηνίατρος, αλλά πολλοί άνθρωποι είδαν τα πρόβατα τους να θάβονται κοντά σε υδροφόρους ορίζοντες και σωληνώσεις, με κίνδυνο για τη δημόσια υγεία», συνεχίζει η κτηνίατρος.
Μια τέτοια εικόνα επιβεβαιώνεται και από έρευνα του μέσου We Are Solomon, το οποίο, αναλύοντας τη φάση της διαχείρισης μετά τη θανάτωση των μολυσμένων ζώων, εντόπισε σοβαρές παραλείψεις και πιθανούς κινδύνους για τους υδροφόρους ορίζοντες.

Ο Αναστάσιος συνεχίζει την περιήγηση του στην εκμετάλλευση. Πλέον έχουν μείνει μόνο σκυλιά και γάτες. «Αυτός ο εξοπλισμός δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα», λέει ο κτηνοτρόφος δείχνοντας δύο τεράστια τρακτέρ. «Λάβαμε μια αποζημίωση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζημιά που έχουμε υποστεί».
Σύμφωνα με πηγές από το πεδίο, οι κτηνοτρόφοι που έχουν πληγεί από την ευλογιά των προβάτων μπορούν να λάβουν αποζημίωση με βάση τον αριθμό των ζώων που θανατώθηκαν και την ηλικία τους, αν και σε αρκετές περιπτώσεις οι εκμεταλλεύσεις έχουν λάβει ποσά χαμηλότερα από τις πραγματικές ζημίες.
«Μόνο για ζωοτροφή έχω καταγράψει ζημία περίπου 60.000 ευρώ», λέει ο κ. Μανάκας. «Οι οδηγίες δεν το λαμβάνουν υπόψη. Όταν ρωτήσαμε τον λόγο, μας απάντησαν ότι θα μπορούσαμε να το πουλήσουμε, αλλά ποιος αγοράζει παλιά ζωοτροφή όταν μπορεί να πάρει φρέσκια;»
Ο ίδιος, όπως πολλοί άλλοι κτηνοτρόφοι, έχει επίσης τραπεζικές υποχρεώσεις, καθώς έχει λάβει δάνεια για την ενίσχυση της εκμετάλλευσης και την αγορά μηχανημάτων. «Πέρα από το γεγονός ότι σήμερα είναι αδύνατο να γίνουν προβλέψεις για το μέλλον, καθώς σύμφωνα με τις οδηγίες θα μπορούσαμε να επανεκκινήσουμε μόνο έξι μήνες μετά το τελευταίο καταγεγραμμένο κρούσμα σε όλη την Ελλάδα, το κόστος επανεκκίνησης θα ήταν απαγορευτικό», εξηγεί ο κτηνοτρόφος από την Καρδίτσα, παρατηρώντας την κατάσταση του κεντρικού στάβλου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, για να ξεκινήσει ξανά με μειωμένο αριθμό προβάτων θα χρειαζόταν περίπου 300.000 ευρώ, ενώ για να επιστρέψει στα επίπεδα παραγωγής πριν από τον ιό θα απαιτούνταν έως και επτά χρόνια.

Οι μακροοικονομικές συνέπειες όλων αυτών είναι ακόμη δύσκολο να αποτιμηθούν με ακρίβεια. Σύμφωνα με την Ελληνική Ένωση Κτηνοτροφίας, στους πρώτους 14 μήνες εξάπλωσης του ιού η Ελλάδα υπέστη ζημιά περίπου 350 εκατ. ευρώ, ενώ οι τιμές της φέτας αυξήθηκαν και η κατανάλωση σημείωσε έντονη μείωση.
«Ακόμη μετράμε τις ζημιές και, μακροπρόθεσμα, τα νούμερα θα αυξηθούν σημαντικά», εξηγεί ο καθηγητής Βλόντζος. Και προσθέτει: «Αν σε αυτή την κρίση προστεθεί η εμφάνιση ενός νέου ιού, του αφθώδους πυρετού, που προέρχεται από την Κύπρο και έχει ήδη οδηγήσει σε καραντίνα το νησί της Λέσβου, βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέλεια καταιγίδα».
Το θέμα του πώς μπορεί να γίνει η επανεκκίνηση του κλάδου μετά την κατάρρευση βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης.
«Υπάρχουν διάφορα επίπεδα ανάλυσης που πρέπει να γίνουν, ξεκινώντας από ένα άμεσο: ποιος θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει και να επαναφέρει σε λειτουργία την ελληνική κτηνοτροφία;», αναρωτιέται ο Γιώργος Βλόντζος. «Οι μοναδικοί σήμερα αρκετά σταθεροί και εμπλεκόμενοι ώστε να αναλάβουν μια τέτοια ευθύνη είναι οι εταιρείες παραγωγής και μεταποίησης γάλακτος».
Σύμφωνα με τον καθηγητή, ούτε το Κράτος ούτε οι τράπεζες αποτελούν ρεαλιστικούς συνομιλητές σε αυτή τη φάση. «Αυτές οι εταιρείες χρειάζονται πρώτη ύλη και όσοι τις προμήθευαν βρίσκονται σήμερα σε κατάσταση ακραίας κρίσης. Είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους και είναι οι μοναδικοί με επαρκές κεφάλαιο».
Αλλά πέρα από τα προβλήματα που αφορούν το άμεσο, ο καθηγητής διευρύνει την ανάλυση, καταλήγοντας: «Χωρίς μια πραγματική επανάσταση σε όρους εκσυγχρονισμού και βιομηχανοποίησης του κλάδου, η χώρα θα παραμείνει εκτεθειμένη σε τέτοιου είδους κρίσεις, καθώς και σε μια ανταγωνιστικότητα που επεκτείνεται πέρα από τους ωκεανούς».
Ο Τάσος Μανάκας, παρά την κρίση και τις δυσκολίες, συνεχίζει να πιστεύει σε αυτόν τον κλάδο. «Θα ξαναρχίσω, μόλις μπορέσω θα επανεκκινηθώ», λέει ο κτηνοτρόφος. Ένα συναίσθημα που μοιράζεται και η Αναστασία Σιούρτου: «Ίσως με λιγότερα ζώα, ξεκινώντας από τα βασικά, αλλά δεν έχω πρόθεση να σταματήσω».
Για την κτηνίατρο, η κτηνοτροφία έχει γίνει επίσης ένας χώρος που αγγίζει βαθιά προσωπικούς και οικογενειακούς όρους. «Ο γιος μου άφησε το Πολυτεχνείο Αθηνών για να γυρίσει στη Καρδίτσα, να επενδύσει σε αυτή τη δουλειά και να φροντίσει τα ζώα: έβλεπε ένα μέλλον σε αυτούς τους τομείς».
Σήμερα ο γιος της είναι άνεργος, σε αναμονή μιας είδησης που μπορεί να του δώσει πίσω μια δουλειά. «Αυτό που με σοκάρει περισσότερο είναι ότι η κυβέρνησή μας δεν έχει όραμα», συνεχίζει η κτηνίατρος. Και καταλήγει: «Αυτοί που είναι στην εξουσία πρέπει να καταλάβουν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μόνο τουρισμός. Ο γιος μου δεν πρέπει απαραίτητα να δουλεύει ως σερβιτόρος σε νησί και να σερβίρει freddo espresso στους επισκέπτες. Αξίζει ένα μέλλον».
Φωτογραφίες της Eleni Albarosa

