
Ακόμη κι έτσι, η Βενεζουέλα θα παρήγαγε λίγο πάνω από το 1% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και λιγότερο από τη μισή ποσότητα που αντλούσε στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Μπορεί ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ να περιέγραψε ένα αισιόδοξο σενάριο για το μέλλον της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας μετά την ανατροπή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, υποστηρίζοντας ότι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα εισέλθουν δυναμικά στη χώρα, θα επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια, θα αποκαταστήσουν τις κατεστραμμένες υποδομές και θα αρχίσουν να δημιουργούν έσοδα για την οικονομία, ωστόσο οι στόχοι αυτοί συναντούν σοβαρά εμπόδια.
Αν και ορισμένοι δυτικοί όμιλοι που διατηρούν ήδη παρουσία ή συμφωνίες στη Βενεζουέλα θα μπορούσαν να αυξήσουν σχετικά γρήγορα την παραγωγή τους, υπό τις κατάλληλες πολιτικές συνθήκες, μια ουσιαστική ανασυγκρότηση του πετρελαϊκού και φυσικού αερίου τομέα της χώρας εκτιμάται ότι θα απαιτήσει χρόνια και επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο, καθώς η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Παράλληλα, όμως, οι κίνδυνοι είναι εξίσου σημαντικοί. Αμερικανικές εταιρείες ενέργειας, όπως η Exxon Mobil και η ConocoPhillips, έχουν στο παρελθόν υποστεί σοβαρές απώλειες στη χώρα, ενώ οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου —που έχουν υποχωρήσει πάνω από 20% τον τελευταίο χρόνο- δυσκολεύουν τη δικαιολόγηση νέων επενδύσεων.
Καθοριστικά ερωτήματα για τις πετρελαϊκές εταιρείες παραμένουν ο τρόπος με τον οποίο θα ανασυγκροτηθεί η κυβέρνηση της Βενεζουέλας μετά τη σύλληψη του κ. Μαδούρο και το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα άρουν τις κυρώσεις που έχουν επιβάλει για να πιέσουν την οικονομία της χώρας. Όπως σημειώνουν στελέχη του κλάδου, η έλλειψη πολιτικής σταθερότητας λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις.
Σύμφωνα με τον Άλι Μοσίρι, πρώην επικεφαλής των δραστηριοτήτων της Chevron στη Βενεζουέλα, η εταιρεία —ο μεγαλύτερος ιδιωτικός παραγωγός πετρελαίου στη χώρα— μαζί με μικρότερους παίκτες θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή έως και τα 1,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως μέσα σε 18 μήνες, με κόστος που θα έφτανε τα 7 δισ. δολάρια.
Ακόμη κι έτσι, η Βενεζουέλα θα παρήγαγε λίγο πάνω από το 1% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και λιγότερο από τη μισή ποσότητα που αντλούσε στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Η περαιτέρω ανάπτυξη θεωρείται ακόμη πιο χρονοβόρα, καθώς μεγάλο μέρος των υποδομών βρίσκεται σε κακή κατάσταση και η επιστροφή μεγάλων εταιρειών θα απαιτούσε νέες διαπραγματεύσεις και χρόνο για την επανεγκατάστασή τους στη χώρα. Αναλυτές παραλληλίζουν την κατάσταση με το Ιράκ, όπου χρειάστηκαν χρόνια για να ανακάμψει η πετρελαϊκή παραγωγή μετά την αμερικανική εισβολή του 2003.
Προς το παρόν, η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας παραμένει υπό αυστηρές αμερικανικές κυρώσεις, που έχουν περιορίσει σημαντικά τις εξαγωγές. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι τα μέτρα αυτά θα διατηρηθούν έως ότου η Ουάσιγκτον διαπιστώσει ουσιαστικές πολιτικές αλλαγές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μόνο η Chevron διαθέτει ειδική άδεια που της επιτρέπει να συνεχίζει τις εξαγωγές πετρελαίου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που την καθιστά την πλέον ευνοημένη για μια ενδεχόμενη αύξηση της παραγωγής.
Άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες, όπως η ιταλική Eni και η ισπανική Repsol, διατηρούν περιορισμένη παρουσία στον τομέα του φυσικού αερίου, χωρίς όμως δυνατότητα εξαγωγών λόγω των κυρώσεων. Την ίδια στιγμή, εταιρείες που αποχώρησαν μετά τη μερική εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας την προηγούμενη δεκαετία εξακολουθούν να διεκδικούν αποζημιώσεις για περιουσιακά στοιχεία που κατασχέθηκαν.

