
Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι εξετάζεται σενάριο μερικού ελέγχου της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA από τις ΗΠΑ, με την Ουάσιγκτον να αποκτά και να εμπορεύεται το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, εμφανίζεται αποφασισμένος να διεκδικήσει μακροπρόθεσμο έλεγχο επί της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, ένα σχέδιο που, αν και φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, γεννά σοβαρούς προβληματισμούς για τις ίδιες τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Η ιδέα ότι η Ουάσιγκτον θα αξιοποιήσει τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας για να συμπιέσει τις τιμές ακόμη και στα 50 δολάρια το βαρέλι θα μπορούσε να προσφέρει φθηνότερη ενέργεια στους καταναλωτές, αλλά ταυτόχρονα απειλεί την κερδοφορία των παραγωγών σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ, οι οποίοι χρειάζονται υψηλότερες τιμές για να επιβιώσουν.
Σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του προέδρου, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να «τρέχουν» ουσιαστικά τη Βενεζουέλα και να «παίρνουν πετρέλαιο» για χρόνια, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα λήξης. Ο υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, ενίσχυσε αυτή την εικόνα, δηλώνοντας ότι η αμερικανική εποπτεία της παραγωγής πετρελαίου στη χώρα θα είναι «επ’ αόριστον». Παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ότι η κυβέρνηση δεν ενεργεί πρόχειρα, οι λεπτομέρειες του σχεδίου παραμένουν θολές.
Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι εξετάζεται σενάριο μερικού ελέγχου της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA από τις ΗΠΑ, με την Ουάσιγκτον να αποκτά και να εμπορεύεται το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου συναντά σημαντικά εμπόδια. Η PDVSA υποστηρίζει ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, παρά τους ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου περί συμφωνίας, ενώ δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες, όπως η Exxon Mobil και η ConocoPhillips, διεκδικούν δισεκατομμύρια δολάρια από το Καράκας, γεγονός που καθιστά τις νέες επενδύσεις ιδιαίτερα ριψοκίνδυνες.
Παράλληλα, επενδυτές και ενεργειακές εταιρείες εκφράζουν ανησυχία για το ενδεχόμενο περαιτέρω πτώσης των τιμών του πετρελαίου, καθώς η «ενεργειακή κυριαρχία» έχει μικρότερη σημασία για τις αγορές από τα μερίσματα και τις αποδόσεις. Στο πολιτικό πεδίο, τόσο Δημοκρατικοί όσο και Ρεπουμπλικανοί ζητούν κοινοβουλευτικό έλεγχο στη διαχείριση των πιθανών εσόδων από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της νομιμότητας των αμερικανικών κινήσεων. Νομικοί επισημαίνουν ότι συμφωνίες που επιβάλλονται υπό καθεστώς εξαναγκασμού μπορεί να θεωρηθούν άκυρες, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές πώς θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν ή να επιβληθούν διεθνώς. Έτσι, ενώ το όραμα του προέδρου Τραμπ υπόσχεται φθηνότερη ενέργεια και γεωπολιτική ισχύ, τα «πολλά ζαρώματα» του σχεδίου αποκαλύπτουν ένα περίπλοκο και αβέβαιο μέλλον τόσο για τη Βενεζουέλα όσο και για τις ίδιες τις αμερικανικές επιχειρήσεις.

