
Η ανάλυση της Hanna Zlady για το CNN – μια μέρα μετά την αποχώρηση του Κιρ Στάρμερ από την ηγεσία των Εργατικών.
«Είναι η οικονομία, ανόητε!»
Το σλόγκαν που έγινε διάσημο από την προεδρική εκστρατεία του Μπιλ Κλίντον το 1992 έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό, όταν αναλογίζεται κανείς την αστάθεια που φαίνεται να έχει γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής της Βρετανίας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο οδεύει προς τον έκτο πρωθυπουργό του μέσα σε περίπου επτά χρόνια, καθώς ο ένας πολιτικός ηγέτης μετά τον άλλον αποδεικνύεται ανίσχυρος απέναντι σε μια επίμονα αδύναμη οικονομία, η οποία πλήττει τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο, εξαντλώντας την υπομονή των ψηφοφόρων.
Ο απερχόμενος πρωθυπουργός και ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, Κιρ Στάρμερ, ο οποίος αποχωρεί από το αξίωμα μετά από μόλις δύο χρόνια, δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι τέσσερις προκάτοχοί του – Ρίσι Σούνακ, Λιζ Τρας, Μπόρις Τζόνσον και Τερέζα Μέι – βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολλές από τις ίδιες ακανθώδεις προκλήσεις και είχαν ανάλογα σύντομες θητείες.
Το πέρασμα της Τρας από την «ηλεκτρική καρέκλα» της εξουσίας διήρκεσε λιγότερο από δύο μήνες, αφότου η αγορά ομολόγων της έδειξε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την πόρτα της εξόδου, μετά από ένα σχέδιο μη χρηματοδοτούμενων φοροελαφρύνσεων που παραλίγο να οδηγήσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου σε κατάρρευση.
Πέρα από τους «τιμωρούς» των αγορών ομολόγων, το σύνθημα της προεκλογικής εκστρατείας του Κλίντον συνοψίζει εύστοχα ότι σχεδόν πάντα είναι η εμπειρία των ίδιων των πολιτών από την οικονομία – που βιώνεται κυρίως μέσω του τι μπορούν και τι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά – εκείνη που καθορίζει πόσο ικανοποιημένοι είναι από τους πολιτικούς τους ηγέτες.
Στη Βρετανία, οι πολιτικοί πληρώνουν ακριβά την διάχυτη αίσθηση ότι η ζωή γίνεται όλο και πιο δύσκολη και ακριβή.
Οι μισθοί έχουν μετά βίας συμβαδίσει με τις αυξανόμενες τιμές καταναλωτή, πράγμα που σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν αισθάνονται ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητά τους. Από τότε που το Εργατικό Κόμμα ανέλαβε την εξουσία το 2024, οι μέσες εβδομαδιαίες αποδοχές, προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό και χωρίς τα μπόνους, αυξήθηκαν λιγότερο από 1% (στις 494 λίρες), σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου – μια ανάπτυξη που ελάχιστα διαφέρει από εκείνη που καταγράφεται από το 2019.
Την ίδια στιγμή, οι φόροι βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.
«Τα πάντα καταλήγουν [στην οικονομία]», δηλώνει ο Ραούλ Ρουπαρέλ, επικεφαλής οικονομολόγος για το Ηνωμένο Βασίλειο στο Boston Consulting Group (BCG). Η κακή οικονομική πορεία του Ηνωμένου Βασιλείου «αποτελεί μέρος μιας γενικότερης αίσθησης ότι ίσως τα πράγματα δεν βελτιώνονται», σημειώνει στο CNN.
Η αλλαγή που δεν ήρθε, έπειτα από 14 χρόνια διακυβέρνησης των Συντηρητικών
Ο Στάρμερ, καθώς και οι τέσσερις ηγέτες πριν από αυτόν, διέγνωσαν όλοι σωστά το χρόνιο πρόβλημα χαμηλής ανάπτυξης του Ηνωμένου Βασιλείου και έθεσαν την επίλυσή του ως κορυφαία προτεραιότητά τους.
Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, ωστόσο, αποδείχθηκε άπιαστο όνειρο, ακόμη και όταν το δημόσιο χρέος διογκώθηκε, αφήνοντας τις διαδοχικές κυβερνήσεις με ελάχιστα περιθώρια για την αντιμετώπιση μιας αυξανόμενης λίστας συναφών προκλήσεων – από τις καταρρέουσες υποδομές έως τη χρόνια έλλειψη στέγης.
«Αν έχεις μια οικονομία που αναπτύσσεται, αυτό σου δίνει μεγαλύτερη ευελιξία να αποδώσεις σε άλλους τομείς… να επενδύσεις και να δαπανήσεις περισσότερα, να μειώσεις τους φόρους… στηρίζει τα πάντα», εξηγεί ο Ρουπαρέλ.
Η ανάπτυξη του ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου διαμορφώνεται κατά μέσο όρο γύρω στο 1% ετησίως από τότε που η Μέι ανέλαβε την εξουσία τον Ιούλιο του 2016, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Capital Economics. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο λαμβάνει υπόψη τις μεταβολές στο μέγεθος του πληθυσμού και θεωρείται γενικά καλύτερος δείκτης του βιοτικού επιπέδου, είναι εξίσου απογοητευτικό.
Η κατήφεια για την οικονομία βοήθησε το Εργατικό Κόμμα, το οποίο υποσχόταν «αλλαγή», να πετύχει μια ηχηρή νίκη στις γενικές εκλογές του 2024. Οι Βρετανοί αναζητούσαν απεγνωσμένα κάτι διαφορετικό, έχοντας υποστεί 14 χρόνια διακυβέρνησης από το αντιπολιτευόμενο Συντηρητικό Κόμμα – μια περίοδο που περιελάμβανε το διπλό σοκ της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και το Brexit και τις περικοπές των κρατικών δαπανών, τη λεγόμενη «λιτότητα» που ακολούθησε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Εντούτοις, η ουσιαστική αλλαγή άργησε να φανεί, επηρεάζοντας αρνητικά την εικόνα της πρωθυπουργίας του Στάρμερ και επιφέροντας βαριές απώλειες στο Εργατικό Κόμμα στις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση τον Μάιο, γεγονός που ουσιαστικά σφράγισε τη μοίρα του.
«Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι οι πιέσεις λόγω του κόστους διαβίωσης αποτελούν τη μεγαλύτερη ανησυχία για τους πολίτες σε όλη τη χώρα, οπότε αναμφίβολα αυτό βρισκόταν στο μυαλό πολλών ψηφοφόρων», σχολιάζει στο CNN ο Μπεν Χάρισον, διευθυντής του think tank Work Foundation στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, μετά τις απώλειες των Εργατικών στις τοπικές εκλογές.
Νέος ηγέτης, ίδια προβλήματα
Όπως ακριβώς ο Στάρμερ κληρονόμησε μια υποτονική οικονομία, το ίδιο θα συμβεί και με τον διάδοχό του. Ίσως όμως στον αντικαταστάτη του να δοθεί περισσότερος χρόνος για να αντιμετωπίσει προκλήσεις που δεν πρόκειται να λυθούν από τη μια μέρα στην άλλη.
«Η επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης δεν είναι εύκολη βραχυπρόθεσμα», δήλωσε ο Ρουπαρέλ της BCG. «Η δημιουργία νέων υποδομών, η μείωση των τιμών της ενέργειας… αυτά απαιτούν χρόνο».
Η Ρουθ Γκρέγκορι, αναπληρώτρια επικεφαλής οικονομολόγος για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Capital Economics, σημειώνει ότι η κυβέρνηση «είχε κάποιες καλές ιδέες και εφάρμοσε πολιτικές που θα μπορούσαν να δώσουν στην οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου μια πιο μακροπρόθεσμη ώθηση», όπως τα σχέδια για την αύξηση των επενδύσεων και την «επανεκκίνηση» της κατασκευής κατοικιών.
«Ωστόσο, λόγω μιας σειράς λανθασμένων χειρισμών και της φαινομενικά κακής υλοποίησης… η ώθηση αυτή είναι πιθανό να αποδειχθεί αμελητέα», εξηγεί στο CNN.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου θα αναπτυχθεί κατά μόλις 0,8% φέτος, σύμφωνα με πρόβλεψη του Απριλίου. Η εκτίμηση αυτή είναι μισή ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερη από εκείνη του Ιανουαρίου, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν έχει το τίμημά του μέσω των υψηλότερων τιμών ενέργειας, και υπογραμμίζει το μέγεθος της πρόκλησης που βρίσκεται μπροστά.
«Οι οικονομικές προκλήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα εξαφανιστούν με την αλλαγή πρωθυπουργού», προειδοποιεί η Ρέιν Νιούτον-Σμιθ, διευθύνουσα σύμβουλος της Συνομοσπονδίας Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (CBI), μιας ομάδας πίεσης των επιχειρήσεων.
«Η οικονομία δεν θα φτιαχτεί από μόνη της όσο οι πολιτικοί κάνουν ενδοσκοπήσεις. Και δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις το κόστος διαβίωσης χωρίς να αντιμετωπίσεις το κόστος του επιχειρείν», προσθέτει σε δήλωσή της.
«Η χώρα χρειάζεται τώρα σταθερότητα», καταλήγει. Ο επόμενος πρωθυπουργός «πρέπει να κινηθεί γρήγορα για να καθησυχάσει τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, να προστατεύσει το βιοτικό επίπεδο και να παρουσιάσει ένα αξιόπιστο, υλοποιήσιμο σχέδιο για την ανάπτυξη».

