Η αποκλειστική συνέντευξη στην Ειρήνη Κατσούλα για τον «Μαχητή Άρτας» και τα ερωτήματα που ανοίγουν για την κριτική, τη δημόσια τέχνη, την ανάθεση και το κόστος του έργου
Η τοποθέτηση ενός γλυπτού στον δημόσιο χώρο δεν αποτελεί ποτέ αποκλειστικά μια υπόθεση μεταξύ του καλλιτέχνη και του έργου του. Από τη στιγμή που ένα γλυπτό τοποθετείται σε μια κεντρική πλατεία και γίνεται μέρος της καθημερινότητας μιας πόλης, είναι φυσικό να προκαλεί συζητήσεις, σχόλια και διαφορετικές αντιδράσεις. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην Άρτα με τον «Πήγασο» του κ. Θεόδωρου Παπαγιάννη, ο οποίος πλέον βρίσκεται στην πλατεία Μονοπωλίου.
Από την πρώτη στιγμή που το έργο τοποθετήθηκε, υπήρξαν πολίτες που το υποδέχθηκαν θετικά, αλλά και άλλοι που εξέφρασαν αρνητική άποψη ή απλώς αναρωτήθηκαν αν αισθητικά ταιριάζει στον συγκεκριμένο χώρο. Πρόκειται για μια συζήτηση που, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι απολύτως φυσιολογικό να γίνεται. Ένα έργο μπορεί να αρέσει σε κάποιον και να μην αρέσει σε κάποιον άλλον.
Η συζήτηση, ωστόσο, πήρε διαφορετική διάσταση μετά την αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε ο γλύπτης κ. Θεόδωρος Παπαγιάννης στη δημοσιογράφο Ειρήνη Κατσούλα για την εφημερίδα «Μαχητής Άρτας». Ο ίδιος μίλησε ανοιχτά για την κριτική που δέχθηκε ο «Πήγασος» και υπερασπίστηκε με έντονο τρόπο το έργο του, επικαλούμενος τη μακρά καλλιτεχνική του πορεία, τα σαράντα χρόνια διδασκαλίας του στη Σχολή Καλών Τεχνών, τη βαθιά γνώση του γύρω από την Αρχαία Ελλάδα, αλλά και τις διεθνείς διακρίσεις που έχει λάβει.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την καλλιτεχνική πορεία και την εμπειρία του κ. Θεόδωρου Παπαγιάννη. Εκείνο όμως που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση στη συγκεκριμένη συνέντευξη είναι ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στους ανθρώπους που εξέφρασαν διαφορετική άποψη για το έργο του. Ο χαρακτηρισμός «άσχετοι» επανέρχεται αρκετές φορές στη συζήτηση. «Μπόλικα σχόλια ειπώθηκαν από άσχετους στην Άρτα», αναφέρει χαρακτηριστικά, ενώ στη συνέχεια σημειώνει: «Έρχεται ο κάθε άσχετος και λέει τη μπούρδα του». Σε άλλο σημείο υποστηρίζει ότι «δεν μπορεί να μιλάει ο κάθε άσχετος για ένα γλυπτό δικό μου», ενώ αναφέρει ακόμη ότι δεν μπορεί να περιμένει «να με κρίνει ο κάθε άσχετος».
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα βασικά ζητήματα που προκύπτουν από τη συνέντευξη. Πρέπει άραγε ένας πολίτης να είναι ειδικός στη γλυπτική για να έχει δικαίωμα να πει ότι ένα γλυπτό δεν του αρέσει; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μας, είναι όχι. Άλλο είναι η επιστημονική ή τεχνική αξιολόγηση ενός έργου τέχνης και άλλο η προσωπική αισθητική άποψη. Ένας άνθρωπος μπορεί να μην έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες, να μην έχει γνώσεις γλυπτικής και να μην μπορεί να αναλύσει τεχνικά ένα έργο. Μπορεί όμως να το κοιτάξει και να σχηματίσει τη δική του άποψη. Ένας Αρτινός μπορεί να πει ότι του αρέσει ο «Πήγασος». Μπορεί να πει ότι δεν του αρέσει. Μπορεί να θεωρεί ότι ταιριάζει στην πλατεία Μονοπωλίου ή να πιστεύει το αντίθετο. Αυτή είναι προσωπική αισθητική κρίση και όχι διαγωνισμός γνώσεων. Το γεγονός ότι ο δημιουργός διαθέτει πολύ περισσότερες γνώσεις για τη γλυπτική δεν σημαίνει ότι ο πολίτης στερείται του δικαιώματος να εκφράσει τη δική του άποψη.
Άλλωστε, όταν ένα έργο τέχνης βγαίνει από το εργαστήριο του δημιουργού και τοποθετείται σε έναν δημόσιο χώρο, αποκτά μια διαφορετική σχέση με την κοινωνία. Δεν βρίσκεται πλέον μπροστά μόνο στα μάτια του καλλιτέχνη ή των ειδικών του χώρου. Βρίσκεται μπροστά σε όλους. Οι κάτοικοι περνούν καθημερινά από δίπλα του, το βλέπουν, το σχολιάζουν, το φωτογραφίζουν και το εντάσσουν στην εικόνα της πόλης τους. Η δημόσια γλυπτική ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο προκαλεί συχνά συζητήσεις και αντιδράσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι απόψεις έχουν την ίδια επιστημονική βαρύτητα. Προφανώς ένας καταξιωμένος γλύπτης έχει διαφορετικό επίπεδο γνώσεων από έναν πολίτη που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ με την τέχνη. Όταν όμως ο δεύτερος λέει απλώς «δεν μου αρέσει», δεν προσπαθεί απαραίτητα να κάνει επιστημονική κριτική. Εκφράζει το προσωπικό του γούστο. Και αυτό δεν απαιτεί πτυχίο.
Η συνέντευξη δεν περιορίζεται στην αισθητική πλευρά του θέματος
Η συνέντευξη του κ. Θεόδωρου Παπαγιάννη δεν περιορίζεται στην αισθητική πλευρά του θέματος. Ο ίδιος αναφέρει ότι η εντολή για την κατασκευή του «Πήγασου» δόθηκε από την εταιρεία που είχε αναλάβει το έργο του Open Mall και όχι απευθείας από τη Δημοτική Αρχή. Πρόκειται για μια σημαντική αναφορά, η οποία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ποιος αποφάσισε ότι θα κατασκευαστεί ο συγκεκριμένος Πήγασος; Ποιος επέλεξε το συγκεκριμένο έργο; Ποιος έδωσε την τελική έγκριση; Ποια ήταν η ακριβής σχέση της αναδόχου εταιρείας με την επιλογή και την ανάθεση του έργου; Και ποιος ήταν ο ρόλος της Δημοτικής Αρχής;
Δεν πρόκειται για ερωτήματα που αφορούν την καλλιτεχνική αξία του Πήγασου. Αφορούν τη διαδικασία με την οποία ένα έργο καταλήγει σε έναν δημόσιο χώρο και, επομένως, είναι ζητήματα για τα οποία οι πολίτες δικαιούνται να έχουν σαφή ενημέρωση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το σημείο της συνέντευξης όπου ο γλύπτης ρωτήθηκε εάν η Δημοτική Αρχή είχε δει κάποιο προσχέδιο του έργου πριν από την κατασκευή του. Ο κ. Παπαγιάννης ήταν ξεκάθαρος ότι δεν επιτρέπει σε κανέναν να κρίνει το έργο του πριν αυτό ολοκληρωθεί, τονίζοντας τη δική του ευθύνη ως δημιουργού και την πολυετή εμπειρία του.
«Δεν θα ανεχόμουν από κανέναν να με κρίνει! Όταν μου αναθέτουν μια υπόθεση, ξέρω τι θα φτιάξω και ξέρω ότι θα το κάνω υπεύθυνα», ανέφερε.
Η καλλιτεχνική αυτονομία ενός δημιουργού είναι απολύτως σεβαστή. Κανείς δεν μπορεί να υποδείξει στον καλλιτέχνη πώς θα εκφραστεί ή πώς θα δημιουργήσει το έργο του. Εδώ όμως υπάρχει μια διαφορετική διάσταση. Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος πρέπει να παρέμβει στην καλλιτεχνική διαδικασία, αλλά αν υπήρχε θεσμική διαδικασία για την επιλογή και την τοποθέτηση ενός συγκεκριμένου έργου σε έναν δημόσιο χώρο της Άρτας. Και αυτό είναι κάτι που δεν αφορά αποκλειστικά τον καλλιτέχνη. Αφορά και εκείνους που είχαν την ευθύνη της διαδικασίας.
Τα 30.000 ευρώ και τα ερωτήματα που προκύπτουν
Στη συνέντευξη ο κ. Θεόδωρος Παπαγιάννης επιβεβαίωσε επίσης το ποσό των 30.000 ευρώ για το έργο, εξηγώντας ότι περίπου 12.000 ευρώ χρειάστηκαν για τη χύτευση στο χυτήριο, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορά την αμοιβή του για το έργο, πλέον ΦΠΑ. Το ποσό από μόνο του δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για την καλλιτεχνική αξία του έργου. Ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να αξιολογείται με βάση το αν αρέσει ή δεν αρέσει στον καθένα και στη συνέχεια να χαρακτηρίζεται ακριβό ή φθηνό. Η οικονομική διάσταση είναι διαφορετική συζήτηση.
Είναι όμως απολύτως θεμιτό να ζητείται ενημέρωση για το πώς προέκυψε η συγκεκριμένη δαπάνη, ποιος ανέθεσε το έργο, με ποια διαδικασία έγινε η επιλογή και πώς ακριβώς εντάχθηκε στο έργο του Open Mall. Αυτές είναι πληροφορίες που δεν αφορούν την αισθητική κρίση κανενός και δεν μπορούν να απαντηθούν με το επιχείρημα ότι κάποιος είναι «σχετικός» ή «άσχετος» με την τέχνη.
Ο πολίτης έχει δικαίωμα στην άποψη
Ο κ. Θεόδωρος Παπαγιάννης έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται τον «Πήγασό» του και να θεωρεί ότι το έργο του έχει συγκεκριμένη καλλιτεχνική και συμβολική αξία. Έχει επίσης κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με όσους το κρίνουν αρνητικά. Η μεγάλη του καλλιτεχνική πορεία και η εμπειρία του είναι δεδομένα και ασφαλώς πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο σεβασμό. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο πολίτης δεν χρειάζεται να είναι γλύπτης για να εκφράσει τη γνώμη του. Δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες για να πει ότι ένα έργο δεν του αρέσει και δεν χρειάζεται να γνωρίζει περισσότερα από τον δημιουργό για να έχει προσωπική αισθητική άποψη.
Η κριτική μπορεί να είναι άδικη, υπερβολική ή ακόμη και λανθασμένη. Δεν παύει, όμως, να αποτελεί δικαίωμα του πολίτη. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο σημείο που ανέδειξε η υπόθεση του «Πήγασου»: όχι αν ο Αρτινός είναι ειδικός ή «άσχετος», αλλά αν σε μια πόλη υπάρχει χώρος για διαφορετικές απόψεις. Ο δημιουργός έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται το έργο του, όπως ακριβώς και ο πολίτης έχει το δικαίωμα να το κρίνει.
Ο «Πήγασος» μπορεί να αρέσει σε κάποιους και να μην αρέσει σε κάποιους άλλους. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Είναι η φυσιολογική συνέπεια όταν ένα έργο τέχνης τοποθετείται σε έναν δημόσιο χώρο και γίνεται μέρος της εικόνας μιας ολόκληρης πόλης. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να συμφωνήσουν όλοι για τον «Πήγασο». Αυτό μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί. Το ζητούμενο είναι να μπορούν όλοι να εκφράζουν τη γνώμη τους χωρίς η διαφωνία να μετατρέπεται σε απαξίωση. Γιατί μπορεί ένας Αρτινός να μην είναι γλύπτης, ιστορικός τέχνης ή καθηγητής Καλών Τεχνών. Δεν είναι όμως άσχετος από την πόλη του. Και όταν ένα έργο τοποθετείται στον δημόσιο χώρο της πόλης του, έχει κάθε δικαίωμα να το κοιτάξει, να το κρίνει και να πει τη γνώμη του.

