
Η τεχνολογία έχει οδηγήσει σε χιλιάδες συλλήψεις, αλλά προκαλεί έντονες αντιδράσεις για την προστασία των προσωπικών ελευθεριών και της ιδιωτικότητας, ειδικά μετά την επέκτασή της ακόμη και σε διαδηλώσεις.
Στο επίκεντρο ξαφνικού ψηφιακού ελέγχου βρέθηκαν χιλιάδες τουρίστες, καταναλωτές και εργαζόμενοι στο κεντρικό Λονδίνο, καθώς ειδικές κάμερες τεχνητής νοημοσύνης και αναγνώρισης προσώπου σάρωναν τα πλήθη, διασταυρώνοντας τα χαρακτηριστικά των πολιτών με μία λίστα καταζητούμενων της αστυνομίας.
Η συγκεκριμένη επιχείρηση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τεχνολογίας που, σύμφωνα με τη Μητροπολιτική Αστυνομία, μεταμορφώνει το σύγχρονο μοντέλο αστυνόμευσης. Οι αρχές επισημαίνουν ότι το σύστημα είναι ασφαλές και απολαμβάνει της αποδοχής του κοινού, έχοντας ήδη βοηθήσει τους αστυνομικούς να συλλάβουν περίπου 2.500 καταζητούμενα άτομα από τις αρχές του 2024, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και ύποπτοι για βίαια και σεξουαλικά αδικήματα.
Οι αντιδράσεις και το νομικό πλαίσιο
Παρά την αποτελεσματικότητα που επικαλείται η αστυνομία, η ευρεία υιοθέτηση της τεχνολογίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Οργανώσεις προάσπισης των πολιτικών ελευθεριών εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες, τονίζοντας ότι η μαζική αυτή σάρωση υπονομεύει θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το τεκμήριο της αθωότητας.
«Η καθολική παρακολούθηση στους δημόσιους χώρους μετατρέπει κάθε πολίτη σε εν δυνάμει ύποπτο», προειδοποιούν οι επικριτές του μέτρου.
Ωστόσο, οι νομικές προσπάθειες για το μπλοκάρισμα της τεχνολογίας έχουν πέσει στο κενό. Μόλις τον περασμένο Απρίλιο, το δικαστήριο απέρριψε μια σημαντική προσφυγή κατά της χρήσης ζωντανής αναγνώρισης προσώπου, δίνοντας το πράσινο φως για τη συνέχιση των επιχειρήσεων.
Η εφαρμογή του μέτρου φαίνεται πως περνά πλέον σε νέα φάση, καθώς στις 16 Μαΐου η τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά και κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, γεγονός που αναμένεται να αναζωπυρώσει τη συζήτηση γύρω από τα όρια της κρατικής επιτήρησης και την προστασία των ατομικών ελευθεριών στη Βρετανία.
Με πληροφορίες του Reuters

