
Τα δημογραφικά μοντέλα προμηνύουν μια τρίτη περίοδο σημαντικής υποχώρησης των γεννήσεων (της τάξης του -15%) ανάμεσα στο 2045 και το 2060.
Σημαντικές και βαθιές αλλαγές συντελλούνται τις τελευταίες δεκαετίες στη γεννητικότητα της χώρας μας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας του ομότιμου καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, οι ετήσιες γεννήσεις υποχώρησαν από 148 χιλιάδες κατά μέσο όρο τη διετία 1979-1980 στις μόλις 67 χιλιάδες τη διετία 2024-2025. Παράλληλα, η μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά αυξήθηκε κατά σχεδόν έξι χρόνια, ανεβαίνοντας από τα 26,2 στα 32,2 έτη.
Η μείωση αυτή, η οποία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται αδιάκοπα – με μόνη εξαίρεση την περίοδο 2003-2009 λόγω της μαζικής εισόδου μεταναστών τη δεκαετία του 1990 – οφείλεται στην πτώση της γονιμότητας από γενιά σε γενιά.
Ενώ οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απέκτησαν κατά μέσο όρο 2 παιδιά, όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 αποκτούν λιγότερα από 1,5. Η υποχώρηση αυτή αντικατοπτρίζεται στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας, οι οποίοι από 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 περιορίστηκαν στα 1.240 το 2024-2025.
Γιατί εχουμε χιλιάδες περισσότερους θανάτους απ’ότι γεννήσεις
Την ίδια στιγμή, η σταδιακή αύξηση των θανάτων οδήγησε σε συρρίκνωση των φυσικών ισοζυγίων, τα οποία μετά το 2010 έγιναν αρνητικά.
Αν τη δεκαετία 1971-1980 καταγράφηκαν 638 χιλιάδες περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, το πλεόνασμα αυτό περιορίστηκε στις 276 χιλιάδες τη δεκαετία του ’80 και μόλις στις 22 χιλιάδες τη δεκαετία του ’90. Στη συνέχεια η κατάσταση αντιστράφηκε: τη δεκαετία 2011-2020 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 267 χιλιάδες, ενώ μέσα στην τελευταία πενταετία 2021-2025 το έλλειμμα εκτινάχθηκε στις 290 χιλιάδες.
Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, στην κατάρρευση των γεννήσεων από τις 117,7 χιλιάδες τη διετία 2008-2009 στις 66,7 χιλιάδες το 2024-2025 συνετέλεσε καθοριστικά η δραστική μείωση του γυναικείου πληθυσμού ηλικίας 25-44 ετών, ο οποίος συρρικνώθηκε κατά 480 χιλιάδες άτομα (-28%). Η εξέλιξη αυτή προήλθε κυρίως από το γεγονός ότι εισέρχονται πλέον στην αναπαραγωγική ηλικία οι αριθμητικά λιγότερες γενιές που γεννήθηκαν μετά το 1980, αλλά και από το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο αυτών των ηλικιών μετά το 2010.
Μεγάλες ανισότητες σε περιφερειακό επίπεδο
Σε περιφερειακό επίπεδο, τα στοιχεία της περιόδου 2009-2024 αποκαλύπτουν σημαντικές ανισότητες.
Ενώ πανελλαδικά οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 42% (από 117,44 σε 68,31 χιλιάδες), σε έξι ηπειρωτικούς νομούς – Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα – η πτώση ξεπέρασε το 50%, ενώ σε άλλους δέκα κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%.
Αντίθετα, σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση ήταν μικρότερη του 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο δεν ξεπέρασε ούτε το 15%.

Ποιες περιοχές εμφανίζουν το χειρότερο ισοζύγιο
Η υποχώρηση των γεννήσεων σε συνδυασμό με την αύξηση των θανάτων ανέτρεψε πλήρως την αναλογία τους. Το 2009 αναλογούσαν στη χώρα 92 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις, ενώ το 2024 ο αριθμός αυτός εκτινάχθηκε στους 184 θανάτους.
Στις περιφέρειες, ο δείκτης αυτός κυμαίνεται από 79 έως 276.
Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις νομοί της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο) διατήρησαν θετικό ισοζύγιο με λιγότερους θανάτους από γεννήσεις, ενώ σε πέντε ακόμα νομούς η αναλογία ήταν οριακή (101 έως 125). Στον αντίποδα, σε δεκαεπτά ηπειρωτικούς νομούς καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.
Μάλιστα, σε εννέα από αυτούς – Τρίκαλα, Αρκαδία, Κιλκίς, Καρδίτσα, Άρτα, Ευρυτανία, Φωκίδα, Γρεβενά και Σέρρες – αντιστοιχούν δύο ή και περισσότεροι θάνατοι για κάθε μία γέννηση. Οι νομοί με τις χειρότερες αναλογίες είναι αυτοί που, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, υπέστησαν και τη μεγαλύτερη συνολική πληθυσμιακή συρρίκνωση (άνω του 10%).
Εντονότερη η πτώση των γεννήσεων την τελευταία 15ετία
Ερμηνεύοντας τις αποκλίσεις αυτές, ο κ. Κοτζαμάνης εξηγεί ότι οι γεννήσεις σε μια περιοχή εξαρτώνται από το μέγεθος του γυναικείου πληθυσμού 25-45 ετών και τη γονιμότητά του, ενώ οι θάνατοι επηρεάζονται από το μέγεθος και τις πιθανότητες θνησιμότητας της τρίτης ηλικίας. Έτσι, αν δύο περιοχές των 100.000 κατοίκων έχουν η πρώτη 30.000 γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και η δεύτερη 15.000, η πρώτη θα καταγράψει τις διπλάσιες γεννήσεις. Αντίστοιχα, αν οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών είναι 15.000 στη μία και 30.000 στην άλλη, η δεύτερη θα καταγράψει διπλάσιους θανάτους.
Οι νομοί με τη μεγαλύτερη πτώση γεννήσεων είχαν ήδη από τη γενιά του ’60 χαμηλή γονιμότητα, η οποία μειώθηκε περαιτέρω στις επόμενες γενιές, σε συνδυασμό με ταχύτερη συρρίκνωση των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Αντίθετα, οι περιοχές που συγκράτησαν το ισοζύγιό τους είχαν ηπιότερη πτώση γεννήσεων, νεανικότερους πληθυσμούς και κατάφεραν να συγκρατήσουν ή να προσελκύσουν νέους κατοίκους.
Καταλήγοντας, ο κ. Κοτζαμάνης υπογραμμίζει ότι η πτώση των γεννήσεων την τελευταία 15ετία (-42%) ήταν πολύ εντονότερη από εκείνη της δεκαετίας του ’80 (-31%).
Δυστυχώς, τα δημογραφικά μοντέλα προμηνύουν μια τρίτη περίοδο σημαντικής υποχώρησης (της τάξης του -15%) ανάμεσα στο 2045 και το 2060, καθώς τότε θα φτάσουν σε ηλικία τεκνοποίησης οι γεννηθέντες της περιόδου 2010-2029, μια γενιά που είναι κατά 450 χιλιάδες μικρότερη από εκείνη του 1990-2009.

