
Συνεχίζονται οι καταθέσεις γονιών και συγγενών των θυμάτων του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών.
Με καταθέσεις γονιών και συγγενών θυμάτων συνεχίζεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων η δίκη για το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.
Μέχρι στιγμής έχουν καταθέσει τριάντα γονείς και συγγενείς θυμάτων. Οι σχετικές καταθέσεις αναμένεται να ολοκληρωθούν στις αμέσως προσεχείς συνεδριάσεις, οπότε και θα ξεκινήσουν οι καταθέσεις των επιβατών που επέζησαν της σύγκρουσης, μαρτυρίες που αναμένεται να εισφέρουν στην αποδεικτική διαδικασία υπό την έννοια ότι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες όλων όσων συνέβησαν.
«Συστηματική και σκόπιμη απαξίωση του σιδηρόδρομου»
Στο πλαίσιο της 29ης συνεδρίασης του δικαστηρίου μεταξύ άλλων κατέθεσε και ο κ. Ευθύμης Οικού, πατέρας του Δημήτρη, που ήταν μηχανοδηγός και επέστρεφε ως επιβάτης με την IC62.
Η κατάθεσή του ως προς τα μέτρα ασφαλείας εισέφερε στην διαδικασία, καθώς ο κ. Οικού είναι ο ίδιος συνταξιούχος μηχανοδηγός.
Χαρακτήρισε τον σιδηρόδρομο «καρικατούρα και κακέκτυπο». «Όποιος έχει πάει μία φορά στην ζωή του στο εξωτερικό και έχει πάρει τρένο – είπε χαρακτηριστικά – καταλαβαίνει τί θα πει τρένο και τι έχουμε εδώ».
Εξέφρασε την άποψη, στο πλαίσιο της κατάθεσής του ότι ο σιδηρόδρομος απαξιώθηκε σκόπιμα και στοχευμένα, μιλώντας για την μείωση του προσωπικού του ΟΣΕ και της Hellenic Train και για την παντελή έλλειψη συστημάτων ασφάλειας στον κεντρικό άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη.
«Το ραδιοτηλέφωνο έχει εμβέλεια στα 10 χιλιόμετρα – κατέθεσε- η σηματοδότηση είναι ανύπαρκτη και γίνεται με μηχανικά μέσα του 1800. Παρότι η κεντρική γραμμή ήταν κατά κάποιο τρόπο η βιτρίνα του σιδηροδρόμου, ο τελευταίος είχε εγκαταλειφθεί, χωρίς τηλεδιοίκηση, χωρίς ETCS, χωρίς ενδοεπικοινωνία. Μας είπαν γραφικούς. Βρήκαμε ένα κράτος τοίχος απέναντί μας. Δέκα μέρες πριν το δυστύχημα ο Καραμανλής έλεγε στη Βουλή ότι είναι ντροπή και πρέπει να ντρέπονται όσοι έλεγαν ότι δεν ήταν ασφαλής ο σιδηρόδρομος. Και είδαμε 10 μέρες μετά τί έγινε. Ο Τερεζάκης (σημ. ανέλαβε διευθύνων σύμβουλος μετά το δυστύχημα) είπε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τον Γενικό Κανονισμό Κυκλοφορίας και τον χαρακτήρισε ευαγγέλιο. Ο Κανονισμός είναι ανύπαρκτος. Καταστρατηγούνταν 10 φορές τη μέρα».
Ο κ. Οικού αναφέρθηκε και στις δικές του εμπειρίες ως μηχανοδηγός και υποστήριξε ότι οι ταχύτητες που ανέπτυσσαν τα τρένα δεν ήταν επιτρεπτές, ειδικά τη στιγμή που η εταιρία γνώριζε την κατάσταση του δικτύου.
Σε ανάλογο κλίμα κινήθηκαν στις καταθέσεις τους και η Αγορή Τζοβάρα, αδερφή του συνοδού ελεγκτή, Ιωάννη Τζοβάρα καθώς και η Αγνή Σόνια, αρραβωνιαστικιά του Ναλμπάντη, που ήταν δεύτερος μηχανοδηγός.
Μάλιστα, ο δικηγόρος της οικογένειας κ. Όθων Παπαδόπουλος εξέφρασε την πρόθεση να καταθέσει αίτημα στην έδρα προκειμένου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη για το εταιρικό κινητό τηλέφωνο του μηχανοδηγού, το οποίο βρήκε η οικογένεια, υποστηρίζοντας ότι σύμφωνα με την εταιρία κινητής τηλεφωνίας το τηλέφωνο ήταν για 33 δευτερόλεπτα σε περιαγωγή δεδομένων.
Είδα στον διάδρομο μία κοπέλα να φωνάζει «φωτιά»!
Πρώτη στη σημερινή συνεδρίαση κατέθεσε η επιβάτιδα στην αμαξοστοιχία, Αγγελική Γεωργάκη, δικηγόρος, η οποία επέβαινε στο βαγόνι 5, θέση 101, σε παράθυρο της αριστερής πλευράς. Κατέθεσε για το δρομολόγιο τη μοιραία νύχτα και τις καθυστερήσεις.
«Υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση, αν και έφυγε στην ώρα του. Στις στάσεις υπήρχαν καθυστερήσεις. Υπήρξε μια μεγάλη καθυστέρηση στον σταθμό του Παλαιοφάρσαλου.
Μας ενημέρωσαν ότι υπήρχε άλλος συρμός μπροστά. Μας είπαν ότι θα φτάσει στη Θεσσαλονίκη στις 00:30.
Έλεγα να πάρω ένα νερό από το μπαρ, προσπαθούσα να περάσει πιο γρήγορα η ώρα.
-Προεδρος: Ανάμεσα στη Λάρισα και στο σημείο του δυστυχήματος έγινε κάποια στάση;
-Όχι.
Ακούστηκε έναν εκκωφαντικός ήχος, σαν να έσκασε βόμβα. Χτύπησα το κεφάλι μου μπροστά. Γύρισα και κοίταξα γύρω μου, είδα όλο το βαγόνι πεσμένο. Τα φώτα ήταν κλειστά, το βαγόνι είχε γείρει προς τα αριστερά. Ήμουν αρκετά ζαλισμένη, σκεφτόμουν ότι εκτροχιαστήκαμε. Σηκώθηκα και πήγα προς τον διάδρομο για να δω τι γίνεται.
Από το παράθυρο δεν είδα κάτι. Είδα στον διάδρομο μια κοπέλα να φωνάζει «φωτιά, φωτιά». Είδα ότι υπήρχε φωτιά έξω από το βαγόνι, μέσα ήταν όλα μαύρα. Όσο έβλεπες υπήρχε φωτιά. Επικρατούσε πανικός.
Πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου και την ενημέρωσα ότι είμαστε κλεισμένοι και δεν μπορούμε να βγούμε. Της ζήτησα να πάρει την πυροσβεστική για να έρθει να μας βγάλει».
Στη συνέχεια περιέγραψε τις προσπάθειές της να απομακρυνθεί από το σημείο.
Η δίκη συνεχίζεται την Τρίτη.

